CONCERT OF THE CENTURY

Carnegie85

Στις αρχές του 1970 άρχισαν να φαίνονται οι πρώτες δυσκολίες επιβίωσης του Carnegie Hall, καθώς από από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα είχαν συμβεί σοβαρές αλλαγές που τροποποιούσαν τις μέχρι τότε ισορροπίες, όπως το σινεμά, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, η μηχανική αναπαραγωγή του ήχου κ.α. Πολλοί πίστεψαν ότι η έκπτωση του πιο σημαντικού μουσικού οργανισμού της Νέας Υόρκης ήταν αναπόφευκτη. Ο διάσημος βιολιστής Isaac Stern ήταν εκείνος που αποφάσισε να δραστηριοποιήσει τους φίλους του, -τους πιο αξιόλογους και ταλαντούχους μουσικούς της εποχής, από ολόκληρο τον κόσμο- ώστε να βοηθήσουν, τιμώντας το παρελθόν του Carnegie Hall, αλλά και  αναζωογονώντας την φήμη του, με μια ειδική παράσταση.

Στις 18 Μαίου του 1976, στην 85η επέτειο του Carnegie Hall, ολόκληρη η μουσική κοινότητα μαζί με την χορηγία του Carnegie Hall Endowment Found, διοργάνωσε ένα σπουδαίο κοντσέρτο με την συμμετοχή  των σπουδαιότερων μουσικών. Οι καλλιτέχνες που προσκλήθηκαν είχαν στενή σχέση με το Carnegie Hall και την ιστορία του. Οι ακροατές είχαν την μοναδική ευκαιρία να δουν τον Leonard Bernstein και την Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης μαζί με τoυς Dietrich Fischer-Dieskau, Vladimir Horowitz, Yehudi Menuhin, Mstislav Rostropovich και την  Oratorio Society, υπό τον Lyndon Woodside. Επίσης, είχε προσκληθεί η Martina Arroyo, η οποία αναγκάστηκε να ακυρώσει την εμφάνιση της, εξαιτίας κάποιου ατυχήματος.

Το μεγάλο αυτό, μουσικό γεγονός διαφημίστηκε ως Concert of the Century και ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε από την CBS Masterworks Series (79 200). Επιπλέον, το άλμπουμ κυκλοφόρησε και σε μια δεύτερη, περιορισμένου αριθμού (1000 αριθμημένα αντίτυπα) έκδοση, με μεγάλες φωτογραφίες υπογεγραμμένες από τους ίδιους τους καλλιτέχνες, την βιογραφία του καθενός, το πρόγραμμα του κοντσέρτου και την ιστορία του Carnegie Hall. To 1978, αυτό το άλμπουμ κέρδισε το βραβείο Grammy, στην κατηγορία “Best Classical Album of the Year”. Ήταν το τρίτο βραβείο στην καριέρα του παραγωγού Thomas Frost, στην ίδια κατηγορία. Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ

Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΥΖΗ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

«Νομίζω πως νιώθω κάτι περισσότερο για την τέχνη μου, αλλά πρέπει να εργαστώ ακόμη εξαιρετικά και να κοπιάσω πολύ για να εναρμονιστούν με μεγαλύτερη ακόμη λεπτότητα τα χρώματά μου, για να αναδειχθούν οι πίνακές μου ακόμη περισσότερο…»

Aπό το ημερολόγιο του Ν. Γύζη

“Αυτές οι σκέψεις θαρρώ ότι στοιχειώνουν το έργο του μεγάλου ζωγράφου, από την αρχή ως  το τέλος της δημιουργικής του περιπέτειας. Ο Γύζης αντιμετωπίζει την τέχνη με δέος,  σαν συνέχεια μιας ιδέας ή μιας πραγματικότητας με βάση τις ανθρώπινες αξίες. Γι’ αυτό τον απασχολούν βασανιστικά η ποιότητα της ζωγραφικής διατύπωσης, η δύναμη της σύνθεσης, η απόδοση του πραγματικού φωτός, ο στέρεος ρυθμός και η έκφραση των μορφών. Ο κόσμος των σχεδίων και των έργων του σφραγίζεται από τη ζωντάνια, την άρρηκτη συνοχή, το ρυθμό και την αρμονία”, γράφει ο Τάκης Μαυρωτάς στα κείμενα της έκθεσης του Ιδρύματος Θεοχαράκη, για το Νικόλαο Γύζη. Ο ίδιος ο ζωγράφος γράφει χαρακτηριστικά: «Μετά των εκατοντάδων σχεδίων, μικρών και μεγάλων, μέχρι Κολάσεως και Παραδείσου, έζησα ονειρευόμενος». 

Carl Maria von Weber (1786-1826): Jubel – Overture for orchestra in E Major

http://youtu.be/HMttn6Xbnpw

Γύζης Νικόλαος (1842 – 1901)
Η Αποθέωση της Βαυαρίας (σπουδή μορφών που ακολουθούν το άρμα, Βιομηχανία, Εμπόριο, Βιοτεχνία), 1899
Κάρβουνο και κιμωλία σε σκούρο χαρτί.

H τέχνη του Νικόλαου Γύζη, σχεδόν στο σύνολο της είχε την υψηλή συνέπεια της φιλοσοφίας του «συνολικού έργου τέχνης», όπου η ζωγραφική, η μουσική, ο θεατρικός χώρος, οι πνευματικές ιδέες αποτελούσαν πυρήνα ενός ενιαίου συνόλου. O συμβολικός κόσμος των ιδεών και του πνεύματος κυριαρχούσε στα έργα του, σαν έκφραση μιας πολύτιμης, ψυχικής ανάτασης. Στα μεγάλα έργα του, υπήρχε πάντα ο συνθέτης ενός εξευγενισμένου λυρικού σύμπαντος.

Arturo Toscanini conducts Weber Euryanthe Ouverture.avi

http://youtu.be/QJ_tV6t9w-g Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ & ΜΟΥΣΙΚΗ

New York Philharmonic Concert, 6 Απριλίου 1962

Το κοντσέρτο της Φιαρμονικής της Νέας Υόρκης που πραγματοποιήθηκε στις 6 Απριλίου του 1962 θεωρείται ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα στην ιστορία της ορχήστρας. Ο Glenn Gould θα παρουσίαζε το 1ο κοντσέρτο του Μπραμς, με μαέστρο τον Leonard Bernstein. Είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό το γεγονός ότι πριν αρχίσει η παρουσίαση του έργου, ο Bernstein ανέβηκε στο πόντιουμ και έβγαλε ένα μικρό λογύδριο με το οποίο ουσιαστικά αποστασιοποιούσε τον εαυτό του από την εκτέλεση που επρόκειτο να ακολουθήσει.

Λίγες μέρες πριν από τις πρόβες, ο ίδιος ο Gould μίλησε στον Bernstein σχετικά με κάποιες “καινοτομίες”, που είχε ανακαλύψει στον Μπραμς, μελετώντας την παρτιτούρα. Ο Bernestein έδειξε ενδιαφέρον και αργότερα έγραψε: “Any discovery of Glenn’s was welcomed by me because I worshiped the way he played: I admired his intellectual approach, his «guts» approach, his complete dedication to whatever he was doing”. Όμως ένιωθε ότι χρειαζόταν μεγάλη προσοχή στον τρόπο που θα μεταφέρονταν οι καινοτομίες αυτές τόσο στην ορχήστρα, όσο και αργότερα στο κοινό. Ο Gould είχε επιλέξει τρία πολύ αργά τέμπο για τα τρία μέρη του κοντσέρτου και ο Bernstein “μάλωνε” τους μουσικούς του να μην εγκαταλείψουν την προσπάθεια και να πάρουν εντελώς σοβαρά τις απόψεις του Gould, καθώς ήταν “a great man”, όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Το πρώτο μέρος του προγράμματος περιελάμβανε δύο έργα του Carl Nielsen, την εισαγωγή στην όπερα Maskarade και την 5η συμφωνία του. Το δεύτερο μέρος ήταν περισσότερο επισφαλές γιατί πολύ συχνά ο Gould ακύρωνε τις εμφανίσεις του, γι’αυτό και η ορχήστρα είχε προετοιμαστεί και για ένα ακόμη έργο, την 1η συμφωνία του Μπραμς.

Bernstein Speaks on Rehearsing With Glenn Gould – YouTube

http://youtu.be/4gs3TeEUy8g Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ

Ernest Bloch (1880-1959): Schelomo, Eβραϊκή Ραψωδία για σόλο βιολοντσέλο και ορχήστρα

Στην ευαίσθητη ηλικία των έξι ετών, ο Ernest Bloch έδωσε τον όρκο ότι θα γίνει συνθέτης. Δούλεψε για τον στόχο αυτό και πριν τα δεκαπέντε του χρόνια είχε συνθέσει ένα string quartet και την Oriental Symphony. Παρά το γεγονός ότι ο – ελβετικής καταγωγής – αμερικανός συνθέτης Ernest Bloch υπήρξε πολυγραφότατος, οι περισσότερες αναφορές στο όνομά του γίνονται πλέον με αφορμή ένα και μόνον έργο του: το Schelomo (την εβραϊκή εκδοχή του Σολομώντος), που έχει καθιερωθεί ως ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια για βιολοντσέλο και ορχήστρα του 20ού αιώνα. Αυτή η “εβραϊκή ραψωδία”, όπως ειδικότερα την προσδιόρισε ο δημιουργός της, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συνθέσεων εμπνευσμένων από τον ιουδαϊσμό, που άσκησε βαθιά επίδραση στον Bloch ιδίως κατά την δεύτερη και την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Μετά από μια παρουσίαση του έργου τον Νοέμβριο του 1923, γράφτηκε στη San Francisco Chronicle: «Schelomo is a magnificent work by one of the greatest living composers. Splendid as it is in brilliant coloration, it is not in the vivid pictures that its greatness lies so much, as in the burning sincerity, the richness of passion, the poignant spirituality and the profound penetration into the psychology of a race.» 

Bloch – Schelomo 

http://youtu.be/onDX0Ex-qqQ Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΡΓΩΝ

SERGEI RACHMANINOFF, FANTASIE-TABLEAUX

Η Σουίτα No. 1 (ή Fantaisie-Tableaux για δύο πιάνα), Op. 5, είναι μια σύνθεση για δύο πιάνα του Sergei Rachmaninoff. H σύνθεση του έργου έγινε το 1893, όταν ο Rachmaninoff ήταν 25 ετών, κατά την διάρκεια σύντομων διακοπών στην Κharkov. Aπεικονίζει τέσσερα αποσπάσματα από ποιήματα των Mikhail Lermontov, Lord Byron, Fyodor Tyutchev και Aleksey Khomyakov. H πρώτη εκτέλεση του έργου έγινε στις 30 Νοεμβρίου του 1893 από τον ίδιο τον Rachmaninoff και τον Pavel Pabst και αφιερώθηκε στον Tchaikovsky, ο οποίος πέθανε την χρονιά που έγινε η σύνθεση του έργου. 

Rachmaninov – Suite No.1 for Two Pianos Op.5 PART 1 of 3 – PREVIN & ASHKENAZY

Σχολιάστε

Filed under ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΡΓΩΝ

FAURE-PAVANE

Gabriel Fauré (1845-1924): ΠΑΒΑΝΑ ΣΕ ΦΑ-ΔΙΕΣΗ-ΕΛΑΣΣΟΝΑ,Opus 50

Ο γάλλος συνθέτης, οργανίστας και εξαίρετος παιδαγωγός Gabriel Fauré έγραψε την Παβάνα σε φα-δίεση-ελάσσονα, opus 50 το καλοκαίρι του 1887 για μια μικρή ορχήστρα, στο Le Vesinet, με την προοπτική να παρουσιασθεί σε μια σειρά θερινών συναυλιών, υπό τον Jules Danbe. Η αρχική εκδοχή της Παβάνας γράφτηκε για πιάνο το 1880.   Ο συνθέτης Sir Adrian Boult ακούγωντας τον ίδιο τον Faure να την ερμηνεύει στο πιάνο δήλωσε ότι: “the composer’s sprightly tempo emphasised that the Pavane was not a piece of German romanticism, and that the text later added was clearly a piece of light-hearted chaffing between the dancers».

Η υπόσταση του έργου έμελλε να αναθεωρηθεί εκ βάθρων αμέσως μόλις περατώθηκε, καθ’ ότι ο Fauré, επιθυμώντας να το αφιερώσει στην καλλιτεχνική του προστάτιδα, κόμισσα Greffulhe, αισθάνθηκε την ανάγκη να προσθέσει σε αυτό χορωδιακές φωνές (βασιζόμενος σε στίχους του συμβολιστή ποιητή Robert de Montesquiou-Fezensac) και να το μετουσιώσει σε μουσική μπαλέτου. Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, η Παβάνα προσέλαβε τρεις διαφορετικές μορφές: η πρωτογενής ορχηστρική της εκδοχή εκτελέσθηκε για πρώτη φορά στις 25 Νοεμβρίου του 1888 στο Παρίσι, στη σειρά κοντσέρτων Lamoureux υπό τη διεύθυνση του Charles Lamoureux. Με την προαιρετική προσθήκη της χορωδίας η ίδια σύνθεση παρουσιάσθηκε τρεις μέρες αργότερα σε άλλη συναυλία στην στη Societe Nationale de Musique, ενώ η παρθενική παράσταση του έργου εν είδει “χορογραφικού θεάματος” έλαβε χώραν το 1891 στους κήπους της Eλισάβετ κοντέσας του Greffulhe, στο Bois de Boulogne. Η επιτυχία του έργου από την αρχή ήταν μεγάλη. Το 1917 εντάχθηκε στο ρεπερτόριο των Ρώσικων Μπαλέτων του  Sergei Diaghilev. Η χορωδία τραγουδά ένα ποίημα του Robert comte de Montesquiou-Fezensac (1855-1921).

Σχολιάστε

Filed under ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΡΓΩΝ

RAVEL – PAVANE FOR A DEAD PRINCESS

Πλησιάζοντας στο τέλος του 19ου αιώνα το Παρίσι άλλαζε δραματικά και η φράση ‘Fin de siècle’ που χρησιμοποιήθηκε ευρέως αντικατοπτρίζει αυτή την αλλαγή. Σε πολλούς καλλιτέχνες και συνθέτες δόθηκε ο χαρακτηρισμός του Ιμπρεσιονιστή, μεταξύ των οποίων ο Maurice Ravel. Ο όρος Ιμπρεσιονιστής χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Γαλλική ζωγραφική την δεκαετία του 1870.  

Το 1874 ο κριτικός τέχνης Louis Leroy επινόησε τον όρο αυτό σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στις 23 Απριλίου, από το έργο του Κλόντ Μονέ Impression, Sunrise , που πρωτοπαρουσιάστηκε την ίδια χρονιά σε έκθεση που διοργανώθηκε από τον Εντγκάρ Ντεγκά στο εργαστήριο του διάσημου φωτογράφου Φελίξ Ναντάρ. (1873, Musée Marmottan, Paris). Οι ιμπρεσιονιστές θέλησαν να αποτυπώσουν την άμεση εντύπωση που προκαλεί ένα αντικείμενο ή μια καθημερινή εικόνα. 
‘Instead of painting an ideal of beauty that earlier artists had defined, the impressionists tried to depict what they saw at a given moment, capturing a fresh, original vision that was hard for some people to accept as beautiful. ‘

Συνηθίζουμε να αποκαλούμε μουσικό Ιμπρεσιονισμό μια συγκεκριμένη μουσική τάση που εκδηλώθηκε στη Γαλλία στις αρχές του 20ού αιώνα με κύριο άξονα και σημείο αναφοράς το έργο του Κλοντ Ντεμπισί (1862-1918). Η ονομασία αυτή δόθηκε κατ’ αντιστοιχία του ομώνυμου εικαστικού κινήματος των ετών 1860-1870, ενώ γύρω από το όνομα του Ντεμπισί συγκεντρώνεται μια πλειάδα σύγχρονών του συνθετών, που επηρεάστηκαν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, από το έργο του μεγάλου Γάλλου συνθέτη. Από την άτυπη αυτή «ομάδα» των ιμπρεσιονιστών συνθετών δεν λείπουν και αρκετοί Eλληνες που, λόγω της διαμονής τους στο Παρίσι την εποχή εκείνη, ήρθαν σε άμεση επαφή με αυτό το καινούργιο αισθητικό ρεύμα. Ο μουσικός Ιμπρεσιονισμός ακολουθεί χρονικά κατά μερικές δεκαετίες τον εικαστικό και ταυτίζεται με τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, την περίφημη Μπελ Επόκ. Το 1918 ο Ζαν Κοκτώ δημοσιεύει ένα διαβόητο άρθρο με τίτλο Ο Κόκορας και ο Αρλεκίνος, όπου επιτίθεται βίαια στον Ιμπρεσιονισμό και στην αισθητική των προπολεμικών χρόνων. Την ίδια χρονιά ο Ντεμπισί πεθαίνει κι έτσι μπορούμε να πούμε ότι κλείνει επίσημα η ιμπρεσιονιστική περίοδος στη μουσική.

Με τον Ιμπρεσιονισμό ταυτίζεται και ο Maurice Ravel στην μουσική του οποίου απεικονίζεται το παρελθόν του στην ανατολική μουσική που γνώρισε δεκατεσσάρων ετών με την ‘the Russian five and the Javanese gamelan orchestra’. ‘I consider Japanese music the most sophisticated music of the Far East and I frequently derive themes from it, both harmonically and melodically’.

Η Παβάνα για μια νεκρή ινφάντα (σε μετάφραση), γράφτηκε το 1899 και περιέχει αρκετά Ισπανικά στοιχεία, τα οποία ίσως προέρχονται από την επίδραση που είχε επάνω του η Ισπανική μουσική εξαιτίας της μητέρας του. Είναι ένα πρώιμο δείγμα της ιμπρεσσιονιστικής του γραφής, καθώς ανάγεται στην περίοδο της μαθητείας του στο Ωδείο του Παρισιού, υπό τον Gabriel Faure. Στην πρωτότυπη πιανιστική εκδοχή του 1899 -η οποία δεν είχε μεγάλη απήχηση- το σύντομο αυτό κομμάτι παρουσιάστηκε σε πρώτη δημόσια εκτέλεση στις 5 Απριλίου του 1902 από τον διάσημο ισπανό πιανίστα και συμφοιτητή του συνθέτη Ricardo Viñes και από τότε άρχισε να γίνεται εξαιρετικά δημοφιλές. Η λεπταίσθητη ενορχήστρωσή του υλοποιήθηκε από τον Ravel πολλά χρόνια αργότερα, το 1910. Όταν ο Ravel παρουσίασε την  ορχηστρική έκδοση του κομματιού, έδωσε την κύρια μελωδία στο κόρνο. Η πρεμιέρα έγινε στις 27 February 1911 στο Μάντσεστερ υπό τον  Sir Henry Wood. Τότε γράφτηκε από τον κριτικό Samuel Langford: «The piece is hardly representative of the composer, with whom elusive harmonies woven in rapid figuration are the usual medium of expression. In the Pavane we get normal, almost archaic harmonies, subdued expression, and a somewhat remote beauty of melody.»
Ozawa Conucts Pavane pour une Infante Defunte (Ravel) 

Σχολιάστε

Filed under ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΡΓΩΝ