Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

ΦΙΛΙΠ ΡΟΘ

ΦΕΥΓΕΙ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

basel-2.jpg!Blog

[…] Για μέρες ολόκληρες μοναχικής δουλειάς εξευμενιζόμουν με την πολυτελή αίσθηση της ικανοποίησης. Η μοναξιά, η συντριπτική μοναξιά, ήταν παροδική και μπορούσα να τη χειριστώ: όταν με τύλιγε στη διάρκεια της μέρας, σηκωνόμουν από το γραφείο μου και έκανα έναν περίπατο μερικών χιλιομέτρων στο δάσος ή στις όχθες του ποταμού ενώ, όταν τρύπωνε στα μουλωχτά τη νύχτα, άφηνα προσωρινά στην άκρη το βιβλίο που διάβαζα και άκουγα κάτι που απαιτούσε όλη μου την προσοχή –ένα κουαρτέτο του Μπάρτοκ, ας πούμε. ΄Ετσι αποκαθιστούσα τη σταθερότητα και έκανα ανεκτή τη μοναξιά. Τελικά, το να μη χρειάζεται να παίζω κάποιο ρόλο ήταν προτιμότερο από τις προστριβές, τον εκνευρισμό, τις συγκρούσεις, τη ματαιότητα και την αηδία που, καθώς ο άνθρωπος μεγαλώνει, μπορεί να κάνουν εντελώς ανεπιθύμητες τις πολύπλευρες σχέσεις που συνθέτουν μια πλούσια, γεμάτη ζωή.

Alban Berg Quartet, Bartok String Quartet No.6, 1st Mov

http://youtu.be/ezbscD65ZIE

Gerhard_Richter

[…] Ακριβώς έξω απ’το παράθυρο, τα ριπιδοειδή φύλλα μιας ροβίνιας είχαν μόλις αρχίσει να χάνουν το καλοκαιρινό τους πράσινο. Μια ηχογράφηση των Τεσσάρων τελευταίων τραγουδιών του Στράους έπαιζε απαλά στο βάθος την ώρα που έμπαινα στο διαμέρισμα και, όταν ο Μπίλι πήγε να σβήσει το CD player, αναρωτήθηκα αν τα Τέσσερα τελευταία τραγούδια τα άκουγε εκείνη ή εκείνος πριν έρθω, ή αν η άφιξη μου είχε ωθήσει τον έναν ή τον άλλο να ακούσει μια τόσο δραματικά ελεγειακή, συναρπαστικά συναισθηματική μουσική, γραμμένη από έναν γέρο άνθρωπο στο τέλος της ζωής του

“Το αγαπημένο του όργανο είναι η γυναικεία φωνή”, είπα.

“Ή οι δύο φωνές”, είπε ο Μπίλι. “Ο αγαπημένος του συνδυασμός ήταν το γυναικείο ντουέτο. Το τέλος του Ιππότη με το ρόδο. Το τέλος της Αραμπέλα. Στην Αιγυπτία Ελένη”.

“Γνωρίζεται κάλα τον Στράους”, του είπα.

“Ξέρετε, και το δικό μου αγαπημένο όργανο είναι η γυναικεία φωνή”.

Η πρόθεση του πίσω απ’ αυτά τα λόγια ήταν να κολακέψει τη γυναίκα του, αλλά προσποιήθηκα ότι δεν το κατάλαβα. “Γράφετε και σεις μουσική;” τον ρώτησα.

“Όχι, όχι”, είπε ο Μπίλι. “Αρκετές δυσκολίες έχω με τη μυθοπλασία”.

reading.jpg!Blog

Elisabeth Schwarzkopf – FOUR LAST SONGS

http://youtu.be/Cs0vSC9DUhU

Strauss: Arabella / Fleming · Hampson · Thielemann · Berliner Philharmoniker

http://youtu.be/QU9wf0qGddk

Leontyne Price – Zweite Brautnacht (Die Ägyptische Helena, Richard Strauss)

http://youtu.be/J8whx6nI1cs

Der Rosenkavalier finale – Karajan Schwarzkopf Ludwig Randall

http://youtu.be/qLrPE2fqxPM

abstraktes-bild-abstract-painting-1976

ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΣΤΙΓΜΑ

Gerhard-Richter_4

[…] Καθώς κατευθυνόμουν προς μια απομονωμένη θέση που είχα εντοπίσει, ένα από τα λίγα κενά καθίσματα κοντά στη σκηνή όπου κανείς δεν είχε αφήσει κάποιο πουλόβερ ή μπουφάν για να δείξει ότι ήταν πιασμένο, σκεφτόμουν ότι πηγαίναμε όλοι μαζί κάπου, για την ακρίβεια ότι είχαμε φύγει ήδη και είχαμε φτάσει στον προορισμό μας, αφήνοντας πίσω μας τα πάντα…ενώ προετοιμαζόμαστε απλώς ν’ακούσουμε τη Συμφωνική της Βοστόνης να κάνει πρόβα κομμάτια του Ραχμάνινοφ, του Προκόφιεφ, του Ρίμσκι-Κόρσακοφ. Το δάπεδο στο Μουσικό Περίπτερο είναι πατημένο χώμα, ό,τι πρέπει δηλαδή για να σου θυμίζει πως το κάθισμα σου πατάει σε στερεό έδαφος κουρνιασμένα στην κορυφή της κατασκευής, τα πουλιά που το τιτίβισμά τους ακούς μες στη βαριά σιωπή ανάμεσα στις κινήσεις της ορχήστρας, χελιδόνια και τρυποφράχτες που φτάνουν φτεροκοπώντας από τα δάση χαμηλότερα στο λόφο και μετά ξαναφεύγουν σαν αστραπή, έτσι όπως δεν θα τολμούσε να δραπετεύσει κανένα πουλί από την πλωτή κιβωτό του Νώε. Βρισκόμαστε τρεις ώρες με το αυτοκίνητο δυτικά του Ατλαντικού, αλλά δεν μπορούσα να διώξω από το μυαλό μου αυτή τη διπλή αίσθηση ότι από τη μια βρισκόμουν εκεί που βρισκόμουν και από την άλλη ότι είχα σαλπάρει, μαζί με τους υπόλοιπους απόμαχους της ζωής, για ένα μυστηριώδες υδάτινο άγνωστο.

Ήταν μόνο ο θάνατος αυτό που είχα στο μυαλό μου όταν σκεφτόμουν αυτό το μπαρκάρισμα; Ο θάνατος κι ο εαυτός μου; Ο θάνατος και ο Κόλμαν; Ή ο θάνατος και μια σύναξη ανθρώπων που μπορούσαν ακόμα να βρίσκουν ευχαρίστηση στο να περιφέρονται με λεωφορείο σαν μια παρέα εκδρομείς το καλοκαίρι, ενώ ως απτό ανθρώπινο πλήθος, ως οντότητα από απτή σάρκα και ζεστό κόκκινο αίμα, δεν τους χώριζε από τη λήθη παρά μια λεπτότατη και εύθραυστη φέτα ζωής;

Gerhard Richter8

Το πρόγραμμα που προηγούνταν της πρόβας μόλις τελείωνε όταν έφτασα. Ένας ζωηρός κονφερανσιέ με σπορ πουκάμισο και χακί παντελόνι, όρθιος μπροστά στα άδεια καθίσματα της ορχήστρας, παρουσίαζε στο κοινό το τελευταίο από τα κομμάτια που θα ακούγονταν: έπαιζε αποσπάσματα του Ραχμάνινοφ σ’ένα μαγνητόφωνο και μιλούσε με ενθουσιασμό για “τους μελαγχολικούς, ρυθμικούς ήχους” των Συμφωνικών χορών. Κι αφού τελείωσε και το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα, κάποιος βγήκε από τα παρασκήνια, ξεσκέπασε τα τύμπανα κι άρχισε να τοποθετεί τις παρτιτούρες στα μουσικά ανσλόγια. Στην άλλη άκρη της σκηνής, εμφανίστηκαν δύο μηχανικοί σκηνής που μετέφεραν τις άρπες, κι έπειτα μπήκαν οι μουσικοί, που άρχισαν να περιφέρονται κουβεντιάζοντας μεταξύ τους, ντυμένοι όλοι σπορ, όπως και ο κονφερανσιέ: ένας ομποϊστής με γκρίζο φούτερ με κουκούλα, δυο κοντραμπασίστες με ξεβαμμένα τζιν, και μετά οι βιολονίστες, άντρες και γυναίκες ντυμένοι, θαρρείς, όλοι για σαφάρι από το κατάστημα Μπανάνα Ριπάμπλικ. Τη στιγμή που ο διευθυντής ορχήστρας έβαζε τα γυαλιά του -ένας διευθυντής ορχήστρας εκτάκτως προσκεκλημένος, ο Σέργκιου Κομισιόνα, ηλικιωμένος Ρουμάνος με πουκάμισο με όρθιο γιακά, λευκή φουντωτή χαίτη και μπλε εσπαντρίγιες στα πόδια -και το κοινό άρχισε ξανά να χειροκροτεί με παιδιάστικη ευγένεια, πρόσεξα τον Κόλμαν και τη Φιόνια που περνούσαν στο διάδρομο ψάχνοντας να βρουν θέσεις μπροστά.

Rachmaninov: Symphonic Dances – Jurowski/RCO(2007Live)

http://youtu.be/yhb5SRFoiUw

Οι μουσικοί έτοιμοι να μεταμορφωθούν από μια ομάδα φαινομενικά ατάραχων παραθεριστών σε πανίσχυρη, αβίαστη μουσική μηχανή, είχαν ήδη καθίσει και κούρδιζαν τα όργανα τους ενώ το ζευγάρι -η ψηλή ξανθιά με το οστεώδες πρόσωπο και ο λεπτός, όμορφος γκριζομάλλης άντρας, κοντότερος απ’αυτή στο ύψος αλλά και πολύ μεγαλύτερος στην ηλικία, παρά το ανάλαφρο αθλητικό βήμα του- κατευθυνόταν σε δύο κενά καθίσματα τρεις σειρές πιο μπροστά από μένα και γύρω στα έξι μέτρα πιο δεξιά μου.

artwork_images_75830_514659_gerhard-richter

Το κομμάτι του Ρίμσκι-Κόρσακοφ ήταν ένα μελωδικό παραμύθι για όμποε και φλάουτο, που το ακροατήριο βρήκε ακατανίκητη τη γλύκα του κι όταν η ορχήστρα έφτασε στο τέλος του πρώτου μέρους, ενθουσιώδη χειροκροτήματα ξεχύθηκαν και πάλι σαν ξέσπασμα αθωότητας από το πλήθος των ηλικιωμένων. Οι μουσικοί είχαν φέρει στην επιφάνεια τις νεότερες, τις πιο αθώες ιδέες μας για τη ζωή, την ακατάλυτη επιθυμία να ήταν τα πράγματα όπως δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ.

Valery Gergiev conducts Rimsky’s Scheherazade – The young prince and the princess

http://youtu.be/G6KUFbRfK30

[…] Καθώς δεν σηκώθηκαν για να ξεμουδιάσουν όση ώρα έκανε διάλειμμα η ορχήστρα και μεταφερόταν ένα πιάνο στη σκηνή -για το “2ο κονσέρτο για πιάνο” του Προκόφιεφέμεινα κι εγώ στη θέση μου. Μέσα στο περίπτερο έκανε λιγάκι ψύχρα, ψύχρα περισσότερο φθινοπωριάτικη παρά καλοκαιρινή, αλλά ο ήλιος που έλουζε την τεράστια έκταση με το γρασίδι ζέσταινε όσους είχαν προτιμήσει να απολαύσουν τη συναυλία απέξω, νεαρό ως επί το πλείστον ακροατήριο, εικοσάχρονα ζευγαράκια, μητέρες που κρατούσαν μικρά παιδιά, οικογένειες που έκαναν πικνίκ κι έβγαζαν ήδη τα φαγητά από τα καλαθάκια τους.

redblueyellow

[…] Kαι τότε εμφανίζεται ο Μπρόνφμαν. Μπρόνφμαν ο βροντόσαυρος! Ο κύριος Φορτίσιμο! Μπαίνει ο Μπρόνφμαν να παίξει Προκόφιεφ με τέτοιο ρυθμό και τέτοια τόλμη που βγάζει νοκ άουτ τη νοσηρότητα μου. Είναι τρομερά ογκώδης στο πάνω μέρος του κορμού, στοιχείο της φύσης κρυμμένο μες το φούτερ του, άνθρωπος που μπήκε στο Μουσικό Περίπτερο αφού ξέφυγε από τσίρκο όπου κάνει το μασίστα και θεωρεί το πιάνο γελοία πρόκληση για την κολοσσιαία δύναμή του, που τόσο απολαμβάνει. Ο Γεφίμ Μπρόνφμαν μοιάζει περισσότερο με κάποιον που ήρθε να μεταφέρει το πιάνο παρά με πιανίστα. Δεν είχα ξαναδεί άνθρωπο να ορμάει στο πιάνο όπως αυτός ο στιβαρός Εβραίος, ο αξύριστος και στρουμπουλός σα βαρέλι. Όταν τελειώσει, σκέφτηκα, το πιάνο θα είναι για πέταμα. Θαρρείς πως θα το σπάσει. Δεν το αφήνει να κρύψει το παραμικρό. Ό,τι έχει μέσα του θα βγει έξω, και θα βγει με ψηλά τα χέρια. Κι όταν βγαίνουν πράγματι, όταν βγαίνουν όλα, μέχρι τον τελευταίο παλμό, εκείνος σηκώνεται και φεύγει αφήνοντας μας λυτρωμένους. Χαιρετάει κουνώντας με σιγουριά το χέρι κι εξαφανίζεται, και μολονότι παίρνει μαζί του όλη τη φλόγα σαν προμηθεική δύναμη, οι ζωές μας φαντάζουν τώρα πια άσβεστες. Κανείς δεν πεθαίνει, κανείς! Κανείς, αν αυτό περνάει από το χέρι του Μπρόνφμαν!

Prokofiev: Piano Concerto n. 2 – Yefim Bronfman

http://youtu.be/CCeo1vyewEg

clouds-1982

[…] Η σκοπιμότητα δεν είναι κίνητρο με σκοτεινές ρίζες. Ο Κιμπλ ήταν ένας ακόμα από αυτούς που προσπαθούν να διορθώσουν το παρελθόν με ενδιαφέροντα, αν και λίγο θρασύ τρόπο: αναλαμβάνοντας οι ίδιοι την ευθύνη, με τη διαφορά όμως ότι δεν είχε δράσει τότε που έπρεπε -γι’αυτό κι εγώ είπα μέσα μου, για λογαριασμό του Κόλμαν: Ασ’τον να κουρεύεται.

Όταν ο Κιμπλ κατέβηκε από το βάθρο και σταμάτησε να χαιρετήσει δια χειραψίας τα τέσσερα παιδιά του Κόλμαν πριν ξαναγυρίσει στη θέση του, αυτή η απλή χειρονομία έκανε ακόμα πιο έντονη τη συγκίνηση που είχε προκαλέσει η ομιλία του. Τι θα συνέβαινε τώρα; Προς στιγμή δε συνέβει τίποτα. Σιωπή, το φέρετρο, το κατασυγκινημένο πλήθος. Έπειτα σηκώθηκε η Λίζα, ανέβηκε τα λίγα σκαλιά του αναλογίου και είπε: “Το τελευταίο μέρος από την Τρίτη Συμφωνία του Μάλερ”. Αυτό ήταν. Χρησιμοποιούσαν όλα τα μέσα. Έπαιζαν Μάλερ.

Υπάρχουν φορές που είναι αδύνατον ν’ακούσεις Μάλερ. Είναι τότε που σε ξεσηκώνει, σε συνταράσσει χωρίς σταματημό. Στο τέλος, κλαίγαμε όλοι.

Mahler: Symphony No 3, 6th movement (Valery Gergiev, London Symphony 

http://youtu.be/fevecMO0pKE

gerhard-richter3

[…] Η διαδρομή μέχρι το νεκροταφείο, τρεις δρόμους παρακάτω, μου έμεινε αξέχαστη κυρίως επειδή ήταν σαν να μην έγινε καθόλου. Τη μια στιγμή ήμασταν καθηλωμένοι από την άπειρη συγκίνηση του αντάτζιο του Μάλερ, από εκείνη την απλότητα χωρίς τερτίπια, χωρίς στρατηγική, που ξεδιπλώνεται, θαρρείς με το συσσωρευμένο ρυθμό της ζωής και με όλη την απροθυμία της ζωής να τελειώσει…τη μια στιγμή ήμασταν καθηλωμένοι από εκείνη την εξαίσια αντιπαράθεση μεγαλείου και οικειότητας που αρχίζει με την απαλή, μελωδική συγκρατημένη ένταση των συγχορδιών και μετά ανεβαίνει κατά κύματα ως το επιβλητικό απατηλό τέλος που καταλήγει στο πραγματικό, το παρατεταμένο και μνημειώδες τέλος…τη μια στιγμή ήμασταν καθηλωμένοι απ’αυτή την οργιαστική ελεγεία που δυναμώνει, υψώνεται, κορυφώνεται και ξανακατεβαίνει, που αντηχεί ατελείωτα με σταθερό ρυθμό ο οποίος δε μεταβάλλεται ποτέ, που μια υποχωρεί και μια επανέρχεται σαν πόνος ή επιθυμία που δεν λέει να σβήσει…τη μια στιγμή ήμασταν, χάρη στην αυξανόμενη επιμονή του Μάλερ, μέσα στο φέρετρο με τον Κόλμαν, συντονισμένοι με όλο τον τρόμο της αιωνιότητας και την παθιασμένη επιθυμία να ξεφύγουμε από το θάνατο, και ξαφνικά, άγνωστο πώς, καμιά εξηνταριά με εβδομήντα από μας βρεθήκαμε στο νεκροταφείο για να παρακολουθήσουμε την ταφή του, αυτή την αρκετά απλή τελετή, τη λογικότερη λύση του προβλήματος που θα μπορούσε κανείς νασκεφτεί αλλά παρ’ όλ’ αυτά ουδέποτε απολύτως κατανοητή: πρέπει να το δεις κάθε φορά για να το πιστέψεις.

Όλα τα έργα ανήκουν στον σπουδαίο εικαστικό Gerhard Richter,  http://www.gerhard-richter.com

Σχολιάστε

Filed under ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ, ΜΟΥΣΙΚΗ & ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ, ΙΑΝ ΜΑΚ ΓΙΟΥΑΝ

760958-making-waves-deb-morris

Ήταν και οι δύο νέοι, μορφωμένοι και παρθένοι εκείνη την πρώτη νύχτα του γάμου τους, και στην εποχή που ζούσαν μια συζήτηση για τις σεξουαλικές δυσκολίες ήταν απλώς αδύνατη.

[…] Του Έντουαρντ ποτέ δεν του άρεσε η κλασική μουσική και τώρα μάθαινε την κεφάτη αργκό της –λεγκάτο, πιτσικάτο, κον μπρίο. Αργά, μέσω εξαντλητικής επανάληψης, είχε φτάσει να αναγνωρίζει, ακόμη και να του αρέσουν κάποια κομμάτια. Ήταν ένα που έπαιζε με τους φίλους της που τον συγκινούσε ιδιαίτερα. Όταν εξασκούνταν στις κλίμακες και τα αρπίσματα της στο σπίτι, φορούσε μια κορδέλα στα μαλλιά, μια χαριτωμένη πινελιά που τον έκανε να ονειρεύεται την κόρη που μπορεί μια μέρα να αποκτούσαν. Το παίξιμο της Φλόρενς ήταν ευέλικτο και ακριβές, και ήταν γνωστή για τον πλούσιο τόνο της. Ένας καθηγητής είχε πει ότι ποτέ δεν είχε ξανασυναντήσει σπουδαστή που να μπορεί να κάνει μια σκέτη χορδή να ηχεί τόσο θερμά. Όταν βρισκόταν μπροστά στο μουσικό αναλόγιο στην αίθουσα όπου εξασκούνταν στο Λονδίνο, ή στο υπνοδωμάτιο της στην Οξφόρδη, με τον Έντουαρντ αραγμένο στο κρεβάτι, να την παρακολουθεί και να την ποθεί, στεκόταν όλο χάρη, με ίσια πλάτη και το κεφάλι περήφανα ψηλά και διάβαζε  τη μουσική με μια επιβλητική, σχεδόν αγέρωχη έκφραση που τον αναστάτωνε. Αυτό το ύφος έκρυβε τόση σιγουριά, τόση γνώση για το μονοπάτι που οδηγεί στην ηδονή!

Belcea Quartet – Beethoven String Quartet in D, Op. 18 Nr. 3

http://youtu.be/8n-Xa8TLSNk

waves-photography-deb-morris-12

Όταν το θέμα ήταν η μουσική, ήταν πάντα σίγουρη και άνετη στις κινήσεις της -όταν κέρωνε το δοξάρι, κούρδιζε το όργανο της, διευθετούσε το δωμάτιο της για να βολέψει τους τρεις φίλους της από το κολέγιο, για το κουαρτέτο  εγχόρδων που αποτελούσε το πάθος της. Ήταν η αναμφισβήτητη αρχηγός και είχε πάντα την τελευταία λέξη στις διαφωνίες τους. Όμως στην υπόλοιπη ζωή της παραδόξως ήταν αδέξια και αβέβαιη, σκοντάφτοντας αδιάκοπα, αναποδογυρίζοντας πράγματα ή χτυπώντας κάπου το κεφάλι της. Τα δάχτυλα που κατάφερναν τους διπλούς φθόγγους σε μια παρτιτούρα του Μπαχ κατάφερναν με την ίδια απιδεξιότητα να αναποδογυρίσουν ένα γεμάτο φλυτζάνι τσάι πάνω σ’ένα λινό τραπεζομάντηλο ή να ρίξουν ένα ποτήρι σ’ένα πέτρινο δάπεδο. Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

ΣΑΝΤΟΡ ΜΑΡΑΙ, ΟΙ ΣΤΑΧΤΕΣ

St. Cecilia - Jacques Stella, 1626

St. Cecilia – Jacques Stella, 1626

[…] Έφυγαν από το Παρίσι το φθινόπωρο, σχεδόν έπειτα από ένα χρόνο. Η ξένη ήταν καθισμένη στο βάθος τής ταξιδιωτικής άμαξας ανάμεσα σε πέπλα και κουβέρτες. Ταξίδεψαν από τα βουνά, διασχίζοντας την Ελβετία και το Τυρόλο. Στη Βιέννη τους δέχτηκαν στο παλάτι ο αυτοκράτορας και η αυτοκράτειρα. Ο αυτοκράτορας ήταν “χαριτωμένος”, όπως περιγράφεται στα αναγνωστικά του σχολείου. Της είπε: “Προσέξτε! Στο δάσος όπου σας πηγαίνει τώρα, ζουν και αρκούδες. Είναι κι αυτός αρκούδος”. Και χαμογέλασε. Όλοι χαμογέλασαν. Ήταν μεγάλη χάρη αυτή, ν’αστειευτεί ο αυτοκράτορας με τη Γαλλίδα σύζυγο του Ούγγρου αξιωματικού. Εκείνη απάντησε: “Μεγαλειότατε, θα τον εξημερώσω με τη μουσική, όπως ο Ορφέας τα άγρια θηρία”. Διασχίσανε δάση και λιβάδια που μύριζαν φρούτα. Όταν πέρασαν τα σύνορα, εξαφανίστηκαν τα βουνά και οι πόλεις και η κοπέλα έβαλε τα κλάματα. “Chèrie”, είπε, “ζαλίζομαι. Εδώ τίποτα δεν τελειώνει, πουθενά”.

Horowitz plays Liszt-Horowitz: Hungarian Rhapsody No. 2

http://youtu.be/BHGnYQgLLzc

Festival in Rome in October. Scene in the Loggia (Asking to Dance) Alexander Ivanov 1842

Festival in Rome in October. Scene in the Loggia (Asking to Dance) Alexander Ivanov 1842

[…] Τον πρώτο καιρό την είχε παρηγορήσει ο πύργος. Ήταν τόσο μεγάλος, τα βουνά και το δάσος τον έκρυβαν τόσο καλά από την πλευρά της πεδιάδας, ώστε αποτελούσε γι’αυτήν μια μικρή πατρίδα στην ξένη γη. Έπειτα άρχισαν να καταφτάνουν μεγάλα κάρα -κάθε μήνα κι από ένα. Έφταναν από το Παρίσι και τη Βιέννη, κάρα με έπιπλα, με δαμασκηνά και άλλα υφάσματα, με γκραβούρες κι ένα πιάνο, γιατί η γυναίκα ήθελε να εξημερώσει το άγριο περιβάλλον με μουσική. […] Ο αξιωματικός της Φρουράς και η κόμισσα πολεμούσαν μεταξύ τους με κυνήγια, με ταξίδια και με χοροεσπερίδες, όπου ο πύργος ήταν κατάφωτος, λες και φλέγονταν οι αίθουσές του, και οι στάβλοι γέμιζαν με τα άλογα και τους αμαξάδες των καλεσμένων. Σε κάθε τέταρτο σκαλοπάτι της μεγάλης σκάλας στέκονταν άκαμπτοι φρουροί με στολές, σαν κέρινες φιγούρες σε μουσείο ομοιωμάτων, κρατώντας ασημένια κηροπήγια με δώδεκα κεριά το καθένα, και τα φώτα, η μουσική, οι ανθρώπινες φωνές και τα αρώματα γυρόφερναν μέσα στις αίθουσες λες και η ζωή ήταν μια υπέρτατη γιορτή, όπου όλοι περίμεναν ν’ακούσουν τελικά τους σαλπιγκτές να διαλαλούν το μοιραίο τέλος.

JSBach Brandenburg Concertos Complete, Jordi Savall

http://youtu.be/67_sFLXcWII

military-parade-of-emperor-paul-in-front-of-mikhailovsky-castle-1907(4).jpg!xlMedium

Military Parade of Emperor Paul in front of Mikhailovsky Castle – Alexandre Benois, 1907

[…] Ο Κόνραντ όμως είχε ένα καταφύγιο, όπου ο φίλος του δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει: τη μουσική. Μια μυστική κρυψώνα, όπου δεν έφτανε το χέρι του κόσμου. Ο Χένρικ δεν είχε τέτοια κλίση, του αρκούσαν η τσιγγάνικη μουσική και τα βιεννέζικα βαλς. […] Όμως ο Κόνραντ υποπτευόταν ότι η μουσική δεν ήταν και τόσο ακίνδυνο πάθος. Φυσικά στη σχολή δεν επέτρεπαν η αγάπη για τη μουσική να οδηγεί σε εξέγερση ενάντια στους κανόνες. Η παιδεία περιλαμβάνει βέβαια γνώση της μουσικής, αλλά με γενική έννοια, πίστευαν. Για τη μουσική ήξεραν μόνο ότι απαιτούνται χάλκινες σάλπιγγες, ότι μπροστά περνάει ο μαέστρος, που κάθε τόσο σηκώνει ψηλά την ασημένια μπαγκέτα του. Πίσω από τους μουσικούς ένα μικρό πόνυ σέρνει το μεγάλο τύμπανο. Αυτή η μουσική ήταν δυνατή και κανονική, ρύθμιζε τα βήματα του στρατιωτικού σώματος, έξω στους δρόμους τραβούσε  τους πολίτες και ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα κάθες παρέλασης. Περπατούσε κανείς πιο καμαρωτός όταν άκουγε μουσική, αυτό ήταν όλο. Η μουσική ήταν μερικές φορές αστεία κι άλλες φορές με το παραπάνω παθιασμένη και επίσημη. κατά τα άλλα όμως κανείς δεν ασχολούνταν μαζί της. Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΜΕ ΤΑ ΘΗΡΙΑ

ΕΡΙΚ ΛΑΡΣΟΝ


«Δεν γνωρίζετε από ρώσικη μουσική, σωστά, gnadiges Fraulein; Έχετε ποτέ ακούσει τον “Θάνατο του Μπόρις” του Μουσόργκσκι;” Και πρόσθεσε: ”Ελπίζω να μη σας βάζω να ακούσετε τον δικό μου θάνατο”. Γέλασε. Εκείνη όχι. Ακόμα και τότε της φάνηκε “κακός οιωνός”. Ακούσανε τον δίσκο -τη σκηνή του θανάτου από την όπερα του Μόντεστ Μουσόργκσκι, «Μπόρις Γκουντούνοφ”, με την φωνή του διάσημου τενόρου Φίοντορ Σαλιάπιν- και έπειτα η Μάρθα ξενάγησε τον Μπόρις στο σπίτι, καταλήγοντας στην βιβλιοθήκη. Στη μια άκρη βρισκόταν το γραφείο του πατέρα της, τεράστιο και σκοτεινό, με τα συρτάρια πάντοτε κλειδωμένα. Ο φθινοπωρινός απογευματινός ήλιος έμπαινε από το ψηλό παράθυρο με το βιτρό, σχηματίζοντας πολύχρωμες δέσμες φωτός. Τον οδήγησε στον αγαπημένο της καναπέ. Ο Μπόρις ήταν καταγοητευμένος. “Αυτή είναι η γωνιά μας, gnadiges Fraulein!” αναφώνησε.“Καλύτερη από κάθε άλλη”. […] Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

THE LOVER

Marguerite Duras

«Among all the other nights upon nights, the girl had spent that one on the boat….when it happened, the burst of Chopin…. There wasn’t a breath of wind and the music spread all over the dark boat, like a heavenly injunction whose import was unknown, like an order from God whose meaning was inscrutable. And the girl started up as if to go and kill herself in her turn, throw herself in her turn into the sea, and afterwards, she wept because she thought of the man from Cholon and suddenly she wasn’t sure she hadn’t loved him with a love she hadn’t seen because it had lost itself in the affair like water in the sand and she rediscovered it only now, through this moment of music.” 

Σχολιάστε

Filed under ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

ΟΤΑΝ ΟΛΑ ΚΑΤΑΡΡΕΟΥΝ

Νικόλ Κράους 

 
 
“Όταν έφτασα στο σπίτι, ο Σ. δεν είχε γυρίσει ακόμα. Έβαλα να παίζει το κουαρτέτο για έγχορδα σε ντο ύφεση του Μπετόβεν, ένα κομμάτι που το λάτρεψα από την πρώτη φορά που το άκουσα στο δωμάτιο ενός φίλου συμφοιτητή στους κοιτώνες. Ακόμη θυμάμαι τους κόμπους της σπονδυλικής του στήλης καθώς έσκυβε πάνω στο πικάπ και κατέβαζε αργά την βελόνα. Η τρίτη κίνηση είναι από τα πιο συγκινητικά περάσματα που έχουν γραφτεί ποτέ, και ως τώρα δεν έχει τύχει να την ακούσω χωρίς να νοιώσω ότι κάποιος με έχει ανεβάσει, μόνο εμένα, στους ώμους ενός γιγάντιου πλάσματος που ταξιδεύει στο καρβουνιασμένο τοπίο κάθε ανθρώπινου συναισθήματος. Όπως οποιοδήποτε άλλο μουσικό κομμάτι που με επηρεάζει βαθιά, ποτέ δεν θα το άκουγα μπροστά σε άλλους, ακριβώς όπως δεν θα έδινα σε κάποιον ένα βιβλίο που αγαπώ ιδιαίτερα. Είναι μια παραδοχή που με κάνει να ντρέπομαι, γιατί γνωρίζω ότι αποκαλύπτει κάποια θεμελιώδη έλλειψη της φύσης μου, έναν εγωισμό και γιατί συνειδητοποιώ ότι έρχεται σε αντίθεση με την προδιάθεση των περισσοτέρων, των οποίων το πάθος για κάτι τους ωθεί να θέλουν να το μοιραστούν, να πυροδοτήσουν ένα παρόμοιο πάθος στους γύρω τους, όπως επίσης γνωρίζω και ότι αν δεν είχα επωφεληθεί από έναν παρόμοιο ενθουσιασμό θα εξακολουθούσα να αγνοώ πολλά από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία και μουσικά έργα, με καλύτερο παράδειγμα την τρίτη κίνηση του Opus 132 που τόσο κουράγιο μου έδωσε μια ανοιξιάτικη νύχτα του 1967. Αντί όμως για διεύρυνση, πάντοτε αισθανόμουν μια συρρίκνωση της προσωπικής μου απόλαυσης όταν καλούσα άλλο να τη μοιραστεί, μια ρήξη στη βαθιά σχέση που ένιωθα με το έργο, μια εισβολή στον ιδιωτικό μου χώρο.»
 
Borodin Quartet plays Beethoven String Quartet Op.132
 

Σχολιάστε

Filed under ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

ΣΚΙΑ

Neil Jordan

 
 
“ Κάτι σαν λυγμός πλανιέται στον αέρα. Πρέπει να προέρχεται από την Ηχώ και όχι από τον Νάρκισσο. Ναι, ακούω κάποιον να κλαίει, αλλά σίγουρα είμαι εγώ. Έπειτα σηκώνεται και τα μάγουλα του είναι υγρά, μπορεί λοιπόν να έκλαιγε αυτός, όμως το μαξιλάρι είναι νοτισμένο από την μούχλα τριών μηνών, μπορεί λοιπόν και όχι. Γυρίζει πίσω στο διάδρομο, κατεβαίνει τα σκαλιά που τρίζουν, και η Ηχώ τον αφουγκράζεται, πιάνει τον κάθε του ήχο, τα βήματα του, και του τα επιστρέφει. Έπειτα ακούγονται οι σπασμένοι ήχοι του πιάνου. Το λα και το ρε και το φα και ξανά το ρε, έπειτα το λα μια οκτάβα ψηλότερα. Η Ηχώ διπλασιάζει απαλά κάθε βαριά, σπασμένη νότα και αναγνωρίζει το κομμάτι, τη Σονάτα του Μότσαρτ σε ρε. Τρεις γρήγορες τρίλιες. Το σι και το μι και το σολ και το μι και το σι πάνω από αυτό. Το παίξιμο γίνεται πιο σίγουρο, πιο δυνατό και φτάνει στο αποκορύφωμα, δεν υπάρχει πια χώρος για ηχώ, είναι σαν να επιστρέφει ορμητικά η μνήμη. Το πιάνο χρειάζεται κούρδισμα, τα πεντάλια τρίζουν. Ωστόσο, έτσι ήταν πάντα.
Άνοιξε το ξύλινο σκέπασμα και πίεσε τα ξεθωριασμένα πλήκτρα από φίλντισι. Την ξάφνιασε η καθαρότητα του ήχου. Έπαιξε τα πρώτα μέτρα από την σονάτα του Μότσαρτ και αυτόματα, τα δάκτυλα της προσπάθησαν ν’αναπτύξουν το θέμα. Δεν μπορώ, σκέφτηκε, δεν είναι δυνατόν να το θυμηθώ ολόκληρο, μα το σπίτι, αυτό το έξυπνο πράγμα, της το έβγαλε από μέσα της. Και καθώς ο χώρος γέμιζε από μουσική, παιδιάστικη μουσική, έπαιζε σαν παιδί, και ήξερε με μια βεβαιότητα που είχε νιώσει αρκετές φορές μέσα σε πενήντα χρόνια ζωής, ότι, επιτέλους, είχε κάνει το σωστό. “
Friedrich Gulda – W.A. Mozart – Piano Sonata No.18 D-major KV576

Σχολιάστε

Filed under ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ