New York Philharmonic Concert, 6 Απριλίου 1962

Το κοντσέρτο της Φιαρμονικής της Νέας Υόρκης που πραγματοποιήθηκε στις 6 Απριλίου του 1962 θεωρείται ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα στην ιστορία της ορχήστρας. Ο Glenn Gould θα παρουσίαζε το 1ο κοντσέρτο του Μπραμς, με μαέστρο τον Leonard Bernstein. Είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό το γεγονός ότι πριν αρχίσει η παρουσίαση του έργου, ο Bernstein ανέβηκε στο πόντιουμ και έβγαλε ένα μικρό λογύδριο με το οποίο ουσιαστικά αποστασιοποιούσε τον εαυτό του από την εκτέλεση που επρόκειτο να ακολουθήσει.

Λίγες μέρες πριν από τις πρόβες, ο ίδιος ο Gould μίλησε στον Bernstein σχετικά με κάποιες “καινοτομίες”, που είχε ανακαλύψει στον Μπραμς, μελετώντας την παρτιτούρα. Ο Bernestein έδειξε ενδιαφέρον και αργότερα έγραψε: “Any discovery of Glenn’s was welcomed by me because I worshiped the way he played: I admired his intellectual approach, his «guts» approach, his complete dedication to whatever he was doing”. Όμως ένιωθε ότι χρειαζόταν μεγάλη προσοχή στον τρόπο που θα μεταφέρονταν οι καινοτομίες αυτές τόσο στην ορχήστρα, όσο και αργότερα στο κοινό. Ο Gould είχε επιλέξει τρία πολύ αργά τέμπο για τα τρία μέρη του κοντσέρτου και ο Bernstein “μάλωνε” τους μουσικούς του να μην εγκαταλείψουν την προσπάθεια και να πάρουν εντελώς σοβαρά τις απόψεις του Gould, καθώς ήταν “a great man”, όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Το πρώτο μέρος του προγράμματος περιελάμβανε δύο έργα του Carl Nielsen, την εισαγωγή στην όπερα Maskarade και την 5η συμφωνία του. Το δεύτερο μέρος ήταν περισσότερο επισφαλές γιατί πολύ συχνά ο Gould ακύρωνε τις εμφανίσεις του, γι’αυτό και η ορχήστρα είχε προετοιμαστεί και για ένα ακόμη έργο, την 1η συμφωνία του Μπραμς.

Bernstein Speaks on Rehearsing With Glenn Gould – YouTube

http://youtu.be/4gs3TeEUy8g

Ο Bernstein ξέροντας την αιρετική άποψη του Gould πάνω στην εκτέλεση του κοντσέρτου θέλησε να προετοιμάσει το κοινό. Έκανε τις παρατηρήσεις του δημόσια, με την μορφή λόγου στην πρώτη παρουσίαση του έργου στο Carnegie Hall, την Τρίτη -που ήταν η παράσταση προεπισκόπησης για τις υπόλοιπες που θα ακολουθούσαν και στην οποία συνήθως δεν έρχονταν κριτικοί- αλλά τον λόγο αυτό, επανέλαβε και στην παράσταση της Παρασκευής, αυτή που συνήθως επέλεγαν οι κριτικοί. Ο λόγος που εκφώνησε ο Bernstein ανεβαίνοντας στο πόντιουμ είναι:

LEONARD BERNSTEIN: «Don’t be frightened, Mr Gould is here… [LAUGHTER]…and will appear in a moment.

I am not, um, as you know, in the habit of speaking on any concert except the Thursday night previews but a curious situation has arisen which merits, I think, a word or two.

You are about to here a rather, shall we say, ‘unorthodox’ performance of the Brahms D minor concerto, a performance distinctly different from any I’ve ever heard, or even dreamt of for that matter, in its remarkably broad tempi and its frequent departures from Brahms’s dynamic indications. I cannot say I am in total agreement with Mr Gould’s conception. And this raises the interesting question, what am I doing conducting it? [LAUGHTER]

I am conducting it because Mr Gould is so valid and serious an artist that I must take seriously anything he conceives in good faith, and his conception is interesting enough so that I feel you should hear it too.

But the age-old question still remains, in a concerto, who is the boss? [LAUGHTER] The soloist or the conductor?

The answer is, of course, sometimes one sometimes the other depending on the people involved. But almost always the two manage to get together by persuasion or charm or even threats to achieve a unified performance. I have only once before in my life had to submit to a soloist’s wholly new and incompatible concept and that was the last time I accompanied Mr Gould [LAUGHTER]. But this time the discrepancies between our views are so great that I feel I must make this small disclaimer.

So why, to repeat the question, am I conducting it? Why do I not make a minor scandal and get a substitute soloist or let an assistant conduct it?

Because I am fascinated and glad to have the chance for a new look at this much-played work; because, what’s more, there are moments in Mr Gould’s performance that emerge with astonishing freshness and conviction; thirdly, because we can all learn something from this extraordinary artist who is a thinking performer; and finally, because there is in music, what Dmitri Mitropolous used to call, the sportive element, that factor of curiosity, adventure, experiment, and I can assure you that it has been an adventure this week [LAUGHTER] collaborating with Mr Gould on this Brahms Concerto, and it is in this spirit of adventure that we now present it to you.» [APPLAUSE]

H παρέμβαση του Bernstein σχολιάστηκε από όλους τους κριτικούς που ήταν παρόντες. Άλλοι εκφράστηκαν θετικά και άλλοι όχι. Στους τελευταίους ήταν και ο Harold C. Schonberg, ο οποίος έκανε κριτική με μια χιουμοριστική διάθεση γράφοντας ένα γράμμα στον φανταστικό φίλο του Ossip (πολλοί πιστεύουν ότι πρόκειται για τον πιανίστα Ossip Gabrilowitsch) όπου λέει: “You know what, Ossip? I think that even though the conductor made this big disclaimer, he should not be allowed to wiggle off the hook that easy. I mean, who engaged the Gould boy in the first place? Who is the musical director? Somebody has to be responsible”. Ο Schonberg γίνεται ιδιαίτερα δηκτικός στο σημείο που λέει ότι ο Gould επέλεξε το αργό τέμπο ίσως επειδή η τεχνική του δεν ήταν καλή, “between you and me and the lamppost, Osip, maybe the reason he plays it so slow is that maybe his technique is not so good.” Aναφορές έγιναν σε όλες τις εφημερίδες της Νέας Υόρκης και παγκοσμίως. Η εκτέλεση του Gould, η οποία κράτησε 53 λεπτά ήταν εξαιρετικά αργή. Ο Gould δέχθηκε επίσης, κριτική και για την μεγάλη ελευθερία του στην ερμηνεία των παρατηρήσεων του συνθέτη πάνω στην παρτιτούρα. Ο χρόνος όμως φαίνεται να τον δικαίωσε , εν μέρη γιατί μεταγενέστερα, άλλες εκτελέσεις του έργου -ακόμα και του Bernstein με τον Krystian Zimerman- είχαν παρόμοια διάρκεια. Ο Gould από την μεριά του λέγεται ότι απόλαυσε την ερμηνεία του και την ιδιαίτερα ζωντανή συμμετοχή του κοινού και προτίμησε την αμφιλεγόμενη αντιμετώπιση της από μια ουδέτερη και σιωπηλή παρουσίαση. Στην εκτέλεση του έργου την Κυριακή, κατόπιν αιτήματος του Bernstein, επέτρεψε μεγαλύτερη ελευθερία στον μαέστρο, γι’αυτό και ο παραπάνω λόγος δεν δόθηκε.

Glenn GOULD plays BRAHMS Piano Concerto no.1 in D minor (1-2)

http://www.youtube.com/watch?v=1p-1hKY-ol0

Η κίνηση αυτή του Bernstein ίσως να ήταν μια κίνηση εντυπωσιασμού ή μια πράξη κάποιου που ήθελε “και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο” όπως συνηθίζουμε να λέμε. Και τα δύο δεν απέχουν πολύ από τον χαρακτήρα του Bernstein. Η κυκλοφορία της συγκεκριμένης εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής του Bernstein από την Sony, δίνει την δυνατότητα ακούγοντας την, να αποφασίσει κανείς αν τελικά αυτή ήταν μια έγκυρη εκτέλεση του 1ου κοντσέρτου του Μπραμς, ένα μουσικό σκάνδαλο ή κάτι ενδιάμεσο. Πάντως δεν είναι ευρέως γνωστό ότι στην αγορά είχαν κυκλοφορήσει και άλλες εκτελέσεις του ίδιου έργου με τον Gould αλλά σε συμβατικό τέμπο, όπως αυτή, με τον Καναδό μαέστρο Victor Feldbrill και εκείνη με την Συμφωνική της Βαλτιμόρης, υπό τον Herman Adler. Είναι απόλυτως αληθές ότι πρόκειται για μια αργή εκτέλεση. Αλλά από την άλλη, όχι και τόσο αργή. Η διάρκεια των τριών μερών είναι 25:49, 13:45 και 13:47, αντίστοιχα. Στην ηχογράφηση του Bernstein με τον Zimerman, 21 χρόνια αργότερα η διάρκεια είναι 24:35, 16:28 και 13:00. Ενώ στην εκτέλεση του Gilels με τον Eugene Jochum την οποία πολλοί θεωρούν υποδειγματική, οι χρόνοι είναι: 24:04, 14:44 και 12:33. Οι αποκλίσεις του Gould από την παρτιτούρα είναι σχετικά ελάχιστες -δύσκολα στο επίπεδο ενός Stokowski- αλλά σαν τον Stokowski αντανακλά την μουσική δίνοντας έμφαση σε διαφορετικά σημεία της παρτιτούρας, επανατοποθετώντας την μελέτη της, χωρίς να θεωρείται τίποτα δεδομένο, αντίθετα με άλλους ερμηνευτές. Για παράδειγμα, σε μια μουσική φράση, αλλάζοντας τον τονισμό σε μια και μόνη νότα, δίνει μια διαφορετική σημασία. Στην ζωντανή αυτή, εκτέλεση του 1ου κοντσέρτου του Μπραμς είναι εντυπωσιακό το γεγονός, ότι δεν περιέχονται καθόλου λάθη. Στην κυκλοφορία της Sony, στα τελευταία τέσσερα λεπτά υπάρχει ένα απόσπασμα από μια ραδιοφωνική συνέντευξη του Gould στον James Fassett, όπου μιλά για την δική του φιλοσοφία πάνω στην μουσική ερμηνεία.

“It was in no way a particularly unusual performance except for one factor. There was less divergence between the masculine-feminine approach of the piano concerto, between first theme and second theme, between the barking of the orchestra and the placidity of the piano”.

“It was a much more tightly welded unit, what I wanted to do. Lenny felt that in order to preserve the antagonism of orchestra for piano there ought to be greater contrast. He was more in favor of the tradition, I wished to break with it.»

Γενικά μιλώντας υπάρχουν άλλα σημεία στην εκτέλεση του Gould -και όχι τα αργά τέμπο- που θα έπρεπε να σταθεί κανείς. Το 1963, ένα χρόνο μετά την εκτέλεση του έργου, μιλώντας στην συγκεκριμένη ραδιοφωνική συνέντευξη ο Gould θυμάται ότι μέσα του είχε κυριολεκτικά κατακλιστεί από την Μπαρόκ μουσική, στοιχεία της οποίας θέλησε να αποτυπώσει στην εκτέλεση του έργου. Έτσι παράδοξο δεν είναι ο αργός ρυθμός αλλά ένας αντι-Ρομαντισμός, ο προμελετημένος παλμός, η μεμονωμένη άρθρωση των φθόγγων και γενικά η περιορισμένη δυναμική, όλα στοιχεία της Μπαρόκ περιόδου. Ο Μπραμς γράφει συχνά για το πιάνο, σα να πρόκειται για την ίδια την ορχήστρα. O Gould φαίνεται να θέλει να απαλλαγεί από το κομμάτι του πιάνου που διαθέτει ορχηστρικό βάθος και συγχρόνως, να απαλλάξει την μουσική του από τις κραυγαλέες αντιθέσεις.

Ο Gould το 1982 λέει: “Soloists and conductors disagree all the time. Why should this be hidden from the public, especially if both parties still give their all?” O Bernstein μιλά για συνεργασία. Συχνά ο μαέστρος και ο σολίστας που έχουν ερμηνευτικές διαφωνίες καταφέρνουν “get together by persuasion or charm or even threats to achieve a unified performance”, εξηγεί. Αλλά σε αυτή την περίπτωση οι διαφωνίες ήταν τόσο έντονες που έπρεπε να διαφοροποιήσει την θέση του, λέει συνεχίζοντας. Πάντως τονίζει για την εκτέλεση του Gould ότι “are moments in Mr. Gould’s performance that emerge with astonishing freshness and conviction.”

O μάνατζερ του Gould, Walter Homburger αναφερόμενος στο γεγονός αυτό λέει για τον Bernstein: “I liked his remarks very much. Sometimes a conductor has certain ideas, and a soloist will have different ideas. And often they make compromises. But in this case, perhaps the compromises were not so easy to make. I guess that’s why Lenny made his statement – and I don’t think Glenn was offended”. Σχετικά με την απόφαση του Gould να σταματήσει τις εμφανίσεις του, ένα χρονο μετά, αναφέρει: «It came to an end when he stopped giving concerts. Over last couple of years of his concert career, he indicated that he really didn’t like to play in public, because he thought people were there to gawk at him. His last concert was in Los Angeles, in 1964 – and that was it”. Φαίνεται λοιπόν, ότι είναι απολύτως ανακριβές, πως οι σχέσεις των δύο ανδρών ψυχράνθηκαν εξαιτίας της διαφωνίας τους στην εκτέλεση του έργου του Μπραμς ή ότι το συγκεκριμένο γεγονός, ώθησε τον Gould να σταματήσει τις εμφανίσεις του μπροστά στο κοινό. Η αλήθεια είναι πως γι’ αυτήν του την απόφαση, προετοιμαζόταν πολύ καιρό πριν. Ο ίδιος δηλώνει: “I believe that the justification of art is the internal combustion it ignites in the hearts of men and not its shallow, externalized, public manifestations. The purpose of art is not the release of a momentary ejection of adrenalin but is, rather, the gradual, lifelong construction of a state of wonder and serenity”.

Η μεγάλη του καινοτομία του Gould ήταν η διανοητική αντιμετώπιση της μουσικής. Αποστήθιζε την παρτιτούρα τραγουδώντας την, ενίοτε την ερμήνευε με παθιασμένες, χορευτικές κινήσεις. Ελάχιστες εβδομάδες πριν από κάθε κονσέρτο, καθόταν στο πιάνο και ηχογραφούσε διάφορες δικές του εκδοχές της εκτέλεσης. Άλλες πιστές, άλλες με παραποιημένη φόρμα, δυναμική και ρυθμό. Στο τέλος επέλεγε όποια ταίριαζε καλύτερα στη δεδομένη στιγμή της ζωής του. Αποκλειστικό γνώρισμα της ιδιοφυίας του, ο διαισθητικός αυτοσχεδιασμός, με τον οποίο λειτουργούσε. Στο κοντσέρτο της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης στις 6 Απριλίου του 1962 νομίζω ότι δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για νικητή και ηττημένο. Αδιαμφισβήτητα πάντως, ο μεγάλος νικητής ήταν το κοινό εκείνης της ιστορικής στιγμής στην μουσική.

Οι φωτογραφίες του Gould προέρχονται από το blog του γνωστού συγγραφέα http://nickholdstock.com
Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s