About “Candide”: «Voltaire made, with this novel, a résumé of all his works … His whole intelligence was a war machine. And what makes me cherish it is the disgust which has been inspired in me by the Voltairians, people who laugh about the important things! Was he laughing? Voltaire? He was screeching …»
Flaubert, Correspondance, éd. Conard, II, 348; III, 219


Candide – Wikipedia, the free encyclopedia 


Candide (operetta) – Wikipedia, the free encyclopedia 
Cunegonde’s coloratura aria «Glitter and Be Gay» is a favourite showpiece for many sopranos. Barbara Cook’s performance of the aria at its introduction impressed audience and critics, bringing her wide recognition; This aria poses considerable difficulties. Technically, it is among the most fiendishly challenging coloratura soprano arias. If sung as written throughout (alternative phrases are provided at several points in the score), there are three high E-flats (above high C), two staccato and one sustained; there are also numerous uses of high C and D-flat. Some of the florid passages are very intricate, calling for marksmanship of the highest order. Theatrically, it demands an elaborate comic staging, in which Cunegonde adorns herself with jewellery while singing and dancing around the stage (much as does Marguerite in the «Jewel Song» of Gounod’s Faust), and has a satirical quality that is a challenge to perform. Cook discussed the most difficult part of this aria—the «Ha ha hahahaha» section—with Renée Fleming for Opera News in December 2001.
“ Barbara Cook: It was terrible how nervous I was. I’d been singing stuff like «I’ll be loving you always», and here I was singing Cunegonde. You know what else is hard with that thing? Lenny insisted on the «Ha-ha-ha»s really being «Hha-hha-hha»s. No «Ah-ee-ah-ee-ah»s but «Ha-ha-ha-HA-ha-ha»s. And I was never, never able to do it the way he really, really wanted it done. He wanted the …
Renée Fleming: You mean the aspiration?
Barbara Cook: Oh, that. I did do that. But what he wanted was the syncopation. So it would have to be [speaks, beating time], «Ha-ha-hahahaha. HAhahahaHAhahaha.» You try that on for size. That’s hard, because you are losing all that air.»
Apart from Cook, most other singers of this aria generally simplify this section by eliminating the aspirated «H’s» and sing staccati instead.[citation needed] Subsequent performers of the role of Cunegonde have included:
Mary Costa (in the 1959 London premiere)
Madeline Kahn (in a 1968 concert version)
Maureen Brennan (In Hal Prince’s first broadway revival of the show in 1974)
Erie Mills (at the New York City Opera in 1982)
June Anderson (under Bernstein’s direction in concerts and a 1989 recording shortly before his death)
Constance Hauman (understudy to Anderson, filled in for at least one performance)
Elizabeth Futral (at Lyric Opera of Chicago in 1994)
Michael Callen (in his 1996 posthumously released LEGACY 2-CD album)
Harolyn Blackwell (in Hal Prince’s 1997 Broadway revival of the show).
Kristin Chenoweth (in a 2004 concert production with the New York Philharmonic; recorded with many other orchestras including the Boston Pops)
Lauren Molina (in Mary Zimmerman’s 2010 production at the Goodman Theatre)
This aria has been performed in concert by many musical theatre and opera stars, including (in addition to those listed above): Diana Damrau (Munich, 2006, Bayerisches Staatsorchester, Zubin Mehta), Natalie Dessay, Renée Fleming, Edita Gruberová, Sumi Jo, Roberta Peters, and Dawn Upshaw.

Diana Damrau – Glitter and be Gay 

‎»Ms. Damrau offered a “Glitter and Be Gay” from Bernstein’s “Candide” that was over the top in every sense, including the top of the staff, above which she floated with starry radiance. You might have called it too campy (and a little hard to understand) had she not had the vocal goods to back up her active wooing of the adoring audience.

Ms. Damrau even overshadowed Renée Fleming, who said something rueful about having such a hard act to follow before offering an attractive if rather unidiomatic “Poveri fiori” from “Adriana Lecouvreur.” It was in a duet from “Così Fan Tutte,” with Ms. DiDonato, that Ms. Fleming truly shone.” NYTimes review about Damrau

Glitter and be gay,

That’s the part I play;

Here I am in Paris, France,
Forced to bend my soul
To a sordid role,
Victimized by bitter, bitter circumstance.
Alas for me! Had I remained 
Beside my lady mother,
My virtue had remained unstained
Until my maiden hand was gained
By some Grand Duke or other.
Ah, ’twas not to be;
Harsh necessity
Brought me to this gilded cage.
Born to higher things,
Here I droop my wings,
Ah! Singing of a sorrow nothing can assuage.
And yet of course I rather like to revel, 
Ha ha!

I have no strong objection to champagne,
Ha ha!

My wardrobe is expensive as the devil,

Ha ha!
Perhaps it is ignoble to complain…
Enough, enough
Of being basely tearful!
I’ll show my noble stuff
By being bright and cheerful!
Ha ha ha ha ha! Ha!

Pearls and ruby rings…
Ah, how can worldly things
Take the place of honor lost?
Can they compensate
For my fallen state,
Purchased as they were at such an awful cost?

Can they dry my tears?

Can they blind my eyes to shame?
Can the brightest brooch
Shield me from reproach?

Can the purest diamond purify my name?

And yet of course these trinkets are endearing,
Ha ha!
I’m oh, so glad my sapphire is a star,
Ha ha!
I rather like a twenty-carat earring,
Ha ha!
If I’m not pure, at least my jewels are!
Enough! Enough!
I’ll take their diamond necklace
And show my noble stuff
By being gay and reckless!
Ha ha ha ha ha! Ha!
Observe how bravely I conceal
The dreadful, dreadful shame I feel.
Ha ha ha ha!

Ενας «Καντίντ» στις ΗΠΑ

International Herald Tribune
Η Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών κάλεσε το 1950 τη Λίλιαν Χέλμαν για ανάκριση και εκείνη, ανταποδίδοντας την προσβολή, ζήτησε από τον Λέοναρντ Μπερνστάιν να συνεργαστούν σε μια διασκευή για μιούζικαλ, της μεγάλης σάτιρας του Βολταίρου «Καντίντ». Γι’ αυτήν όσο και για τον συνθέτη – μαέστρο, οι αναλογίες μεταξύ της Ιεράς Εξέτασης του βολταιρικού έργου και του κυνηγού μαγισσών Μακάρθι, ήταν προφανείς.
Παραλληλισμοί στον χρόνο
Η «κωμική οπερέτα», όπως την ονόμασαν, πρωτοπαρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη πριν από 50 χρόνια, με μικρή επιτυχία. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, ο Μπερνστάιν δούλεψε και ξαναδούλεψε το έργο πιο δραστικά, με το καινούργιο λιμπρέτο του Χιου Γουίλερ, το 1973. Κατά μία έννοια, κάθε παρουσίαση της νέας διασκευής ήταν μια πρεμιέρα. Οπως πρεμιέρα ήταν για τη Γαλλία η παρουσίαση, πρόσφατα, της τελευταίας και δραστικότερης διασκευής, στο Θέατρο του Σατλέ.
Ο Καναδός σκηνοθέτης της όπερας, Ρόμπερτ Κάρσεν, μεταμόρφωσε τόσο πολύ τον κόσμο του έργου, ώστε το κοινό δεν χρειαζόταν να εικάσει τις αναλογίες, που πιθανόν σήμερα να είναι εν πολλοίς ξεχασμένες. Τις αποκαλύπτει η σκηνοθεσία που καθιστά σαφές, με τα διαλογικά μέρη, κυρίως ότι στόχος της σάτιρας είναι οι ΗΠΑ, από τη δεκαετία του 1950 έως σήμερα.
Η παράσταση, όπως γράφει ο Αλαν Ράιντινγκ στην «Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν», θα ταξιδέψει φέτος στη Σκάλα του Μιλάνου και το 2008 στην Αγγλική Εθνική Οπερα του Λονδίνου.
Η σάτιρα του Βολταίρου είχε στόχο την οπτιμιστική κοσμοαντίληψη του Γερμανού φιλοσόφου Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς που έλεγε ότι επειδή ο Θεός είναι τέλειος, άσχετα από τα δεινά και τις αναποδιές μας, ζούμε στον «καλύτερο, δυνατό κόσμο». Ο Καντίντ δέχεται τις δυστυχίες του σαν τέτοια μοίρα και μόνο στο τέλος της ιστορίας βρίσκει σαν αποδοχή μια προσγειωμένη απάντηση: «να καλλιεργούμε το χωραφάκι μας». Ο Κάρσεν μετέτρεψε τη σκηνή του θεάτρου σε μια μεγάλη τηλεοπτική συσκευή η οποία στη διάρκεια της εισαγωγής της οπερέτας προβάλλει εικόνες από τη ζωή των μεσοαστικών, λευκών οικογενειών των ΗΠΑ, στην ευτυχή τους συνύπαρξη με τα νέα αυτοκίνητα, ψυγεία, αποχυμωτές και τα άλλα εμβλήματα της ευδαιμονίας της εποχής εκείνης, αλλά και της σημερινής. Τόσο στη σάτιρα των Βολταίρου όσο και στη μουσική διασκευή της από τον Μπερνστάιν, κεντρική σκηνή είναι η εκτέλεση στην πυρά του Καντίντ, προκειμένου να σωθεί η Πορτογαλία από ένα νέο σεισμό σαν εκείνο που ισοπέδωσε τη Λισσαβώνα το 1755. Ο σκηνοθέτης, κρατώντας το ειρωνικό τραγούδι «τι ωραία μέρα για εκτέλεση», αναβιώνει το αρχικό όραμα των Χέλμαν – Μπερνστάιν στην αίθουσα των ακροάσεων της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών, με πυρσοφόρα μέλη της Κου Κλουξ Κλαν, ως χορό. Κατά κάποιο τρόπο πρόκειται για ένα «εξαμερικανισμένο» Καντίντ και μολονότι τα λόγια των τραγουδιών μένουν αναλλοίωτα, ο σκηνοθέτης πήρε την άδεια από τους κληρονόμους του Χιου Γουίλερ να αλλάξει το λιμπρέτο.
Κοντά στο Μπροντγουέι
Η μουσική του Μπερνστάιν όμως είναι αυτή που απογειώνει την παράσταση. Βαλσάκια, γκαβότες, πόλκες και ρούμπες εναλλάσσονται με λυρικές άριες, δημιουργώντας ένα μουσικό σώμα το οποίο λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ όπερας και μιας μουσικής κωμωδίας που δεν βρίσκεται μακριά και από το τυπικό μιούζικαλ του Μπροντγουέι. Το οποίο άλλωστε είναι και ο τελικός στόχος του σκηνοθέτη.






Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )


Σύνδεση με %s