ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ζοζέ Σαραμάγκου

 

«Ο σκύλος πήγε ξοπίσω του στο δωμάτιο μουσικής, όπου τους περίμενε η θάνατος. Αντίθετα με την υπόθεση που είχαμε κάνει στο θέατρο, ο μουσικός δεν έπαιξε τη σουίτα του μπαχ. Μια μέρα, σε μια κουβέντα με κάποιους συναδέλφους από την ορχήστρα σε κλίμα ελαφρύ, μιλούσαν για την πιθανότητα σύνθεσης μουσικών πορτρέτων, αυθεντικών πορτρέτων και όχι μεταφορικών, όπως αυτά των σαμουελ γκόλντενμπεργκ και σμόιλε, του μουσόργκσκι, σκέφτηκε και είπε πως το πορτρέτο του, σε περίπτωση που όντως υπήρχε στη μουσική, δεν θα το συναντούσαν σε κάποια σύνθεση για βιολοντσέλο, αλλά σε μια πολύ σύντομη σπουδή του σοπέν, έργο είκοσι πέντε, αριθμός εννιά, σε σολ ύφεση μείζονα.»
 
CLAUDIO ARRAU – Chopin Etude no.9 op.25 www.youtube.comCLAUDIO ARRAU – Chopin Etude no.9 op.25

» Όταν θέλησαν να μάθουν γιατί, εκείνος απάντησε πως δεν μπορούσε να δει τον εαυτό του σε τίποτε άλλο που να έχει γραφτεί στο πεντάγραμμο κι αυτός ήταν για εκείνον ο καλύτερος λόγος. Και πως σε πενήντα οκτώ δευτερόλεπτα ο σοπέν είχε πει όλα όσα μπορούσε να πει κανείς για έναν άνθρωπο που δεν θα μπορούσε να έχει γνωρίσει. Για μερικές μέρες, ως φιλικό πείραγμα, οι πιο εύθυμοι τον αποκαλούσαν πενήντα οκτώ δευτερόλεπτα, αλλά το παρατσούκλι παραήταν μεγάλο για να του κολλήσει, κι επίσης τι διάλογο μπορεί να κάνει κανείς με κάποιον που έχει αποφασίσει να καθυστερεί πενήντα οκτώ δευτερόλεπτα να απαντήσει σε ό,τι τον ρωτούν. Ο βιολοντσελίστας στο τέλος θα κέρδιζε τη φιλική αναμέτρηση. Σα να είχε αντιληφθεί την παρουσία ενός τρίτου στο σπίτι του, στον οποίο, για λόγους που δεν εξηγούνται, έπρεπε να μιλήσει για τον εαυτό του, και για να μη δώσει τη μακρά διάλεξη την οποία ακόμα και η απλούστερη ζωή χρειάζεται για να πει στον εαυτό της κάτι που ν’ αξίζει τον κόπο, ο βιολοντσελίστας κάθισε στο πιάνο και, μετά από μια σύντομη παύση για να βολευτεί η συντροφιά του, ρίχτηκε στη σύνθεση. Καθισμένος δίπλα στο αναλόγιο και μισοκοιμισμένος πια, ο σκύλος έμοιαζε να μη δίνει σημασία στην ηχητική καταιγίδα που εκτυλισσόταν πάνω απ’το κεφάλι του, είτε γιατί την είχε ακούσει κι άλλες φορές, είτε γιατί δεν πρόσθεσε τίποτα σε αυτά που γνώριζε.» 

 

Beethoven – Symphony No. 3 in E-flat major, Op. 55: II. Marcia funebre – Adagio assai (Part II)

«Η θάνατος ωστόσο, που από επαγγελματικό καθήκον τόσες μουσικές είχε ακούσει, με ιδιαίτερη έμφαση στο πένθιμο εμβατήριο του σοπέν ή στο adagio assai της τρίτης συμφωνίας του Μπετόβεν, είχε για πρώτη φορά στο μακρότατο βίο της μια αίσθηση για το ποια θα ήταν η τέλεια γεφύρωση ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και στον τρόπο με τον οποίο αυτό λέγεται. Λίγο την ένοιαζε αν αυτό ήταν το μουσικό πορτρέτο του βιολοντσελίστα, το πιθανότερο είναι πως τις ομοιότητες που ισχυρίστηκε, τις πραγματικές αλλά και τις φανταστικές, τις κατασκεύασε το κεφάλι του, αυτό που εντυπωσίασε τη θάνατο ήταν που της φάνηκε πως μέσα σε αυτά τα πενήντα οκτώ δευτερόλεπτα μουσικής άκουσε μια ρυθμική και μελωδική μετατροπή κάθε ανθρώπινης ζωής, κοινής ή εξαιρετικής, στην τραγική συντομία της, στην απελπισμένη της ένταση, και επίσης λόγω εκείνου του τελικού ακόρντου που ήταν κάτι σαν αποσιωπητικό στο αέρα, στο κενό, οπουδήποτε, σαν κάτι, αναπόφευκτα, να παρέμενε ακόμα για να ειπωθεί.» 
Arthur Rubinstein – Chopin Sonata No. 2 in B Flat Minor, Op 35 (III Marche funebre)
«Ο βιολοντσελίστας είχε υποπέσει στο λιγότερο συγχωρητέο απ’όλα τα αμαρτήματα, της έπαρσης, όταν φαντάστηκε πως βλέπει αποκλειστικά τη δική του μορφή σ’ένα πορτρέτο όπου τελικά βρίσκονταν όλοι, η οποία έπαρση, σε κάθε περίπτωση, αν το καλοσκεφτούμε κι αν δεν μείνουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων, θα μπορούσε εξίσου να ερμηνευτεί ως εκδήλωση του ριζικά αντίθετού της, δηλαδή της ταπεινότητας, αφού, όντας αυτό το πορτρέτο όλων, θα έπρεπε επίσης να απεικόνιζε κι εκείνον.» 

«Ήταν έντεκα η ώρα όταν χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Κάποιος γείτονας θα έχει πρόβλημα, σκέφτηκε ο βιολοντσελίστας και σηκώθηκε για να ανοίξει. Καλησπέρα είπε, η γυναίκα του θεωρείου πατώντας το κατώφλι, Καλησπέρα, απάντησε ο μουσικός καταβάλλοντας προσπάθεια να κυριαρχήσει στην σύσπαση της γλωττίδας, Δεν θα μου ζητήσετε να περάσω, Φυσικά, παρακαλώ. Έκανε στην άκρη για να την αφήσει να περάσει, έκλεισε την πόρτα, όλα αργά, συρτά, για να μην εκραγεί η καρδιά του. Με τα πόδια τρεμάμενα τη συνόδεψε στο δωμάτιο της μουσικής, με το τρεμάμενο χέρι της έδειξε την καρέκλα.» 
www.youtube.comMstislav Rostropovich plays the Prelude from Bach’s Cello Suite No. 6 in D major, BWV 1012. Filmed at the Basilique Sainte Madeleine, Vézelay, Yvonne, France…http://youtu.be/r9fpmgpNDwc

«Νόμιζα πως είχατε ήδη φύγει, είπε, Όπως βλέπετε, αποφάσισα να μείνω, απάντησε η γυναίκα, Θα φύγετε όμως αύριο, Έτσι έχω υποσχεθεί, Υποθέτω πως ήρθατε για να φέρετε την επιστολή, πως δεν τη σκίσατε, Ναι, την έχω εδώ στην τσάντα μου, Δώστε μού τη λοιπόν, Έχουμε καιρό, απ’ότι θυμάμαι σας είπα ότι η βιασύνη είναι κακός σύμβουλος, Όπως θέλετε, είμαι στη διάθεση σας, Το λέτε σοβαρά, Είναι το χειρότερο ελάττωμα μου, να τα λέω όλα σοβαρά, ακόμα κι όταν αστειεύομαι, κυρίως όταν αστειεύομαι, Στην περίπτωση αυτή θα τολμήσω να σας ζητήσω μια χάρη, Τι, Να μου αναπληρώσετε την απουσία μου από την συναυλία, Δεν βλέπω πως, Έχετε εδώ το πιάνο, Ούτε κατά διάνοια, είμαι μέτριος πιανίστας, Ή το βιολοντσέλο, Αυτό είναι άλλο, ναι, θα μπορούσα να σας παίξω ένα-δύο κομμάτια αν επιμένετε, Μπορώ να επιλέξω, ρώτησε η γυναίκα, Ναι, αρκεί να είναι στο χέρι μου, μέσα στις δυνατότητες μου. Η γυναίκα έπιασε το τετράδιο της σουίτας αριθμός έξι του μπαχ και είπε, Αυτό, Είναι μεγάλο, θα πάρει πάνω από μισή ώρα, και είναι αργά, Σας επαναλαμβάνω, έχουμε καιρό, υπάρχει ένα πέρασμα στο πρελούδιο που με δυσκολεύει, Δεν πειράζει, πηδήξτε το όταν φτάσετε εκεί, είπε η γυναίκα, ή μάλλον δεν χρειάζεται, θα δείτε ότι θα το παίξετε καλύτερα από τον ροστροπόβιτς. Ο βιολοντσελίστας χαμογέλασε, Να είστε σίγουρη.» 

Bach’s Cello Suite No. 6 – Rostropovich plays the Allemande
Άνοιξε το τετράδιο πάνω στο αναλόγιο, ανέπνευσε βαθιά, τοποθέτησε το χέρι του στο μπράτσο του βιολοντσέλου, το δεξί του χέρι οδήγησε το δοξάρι μέχρι που άγγιξε σχεδόν τις χορδές, και ξεκίνησε. Το ήξερε πολύ καλά πως δεν ήταν ο ροστροπόβιτς, πως δεν ήταν παρά ένας σολίστας ορχήστρας όταν οι ανάγκες του προγράμματος το απαιτούσαν, όμως εκεί, μπροστά σ’αυτή τη γυναίκα, με το σκύλο του ξαπλωμένο στα πόδια, μια ώρα νυχτερινή, περιτριγυρισμένος από βιβλία, τετράδια μουσικής, παρτιτούτες, ήταν ο ίδιος ο γιόχαν σεμπάστιαν μπαχ που συνέθετε στο κέτεν αυτό που αργότερα θα ονομάζοταν έργο χίλια δώδεκα, έργα τόσα όσα σχεδόν της δημιουργίας. Το δύσκολο πέρασμα ξεπεράστηκε χωρίς να πάρει είδηση την επιδεξιότητα με την οποία το εκτέλεσε, χέρια ευτυχισμένα έκαναν το βιολοντσέλο να ψιθυρίζει, να μιλά, να τραγουδά, να βρυχάται, να σε τι υπολειπόταν ο ροστροπόβιτς, σ’αυτό το δωμάτιο μουσικής, αυτή την ώρα, αυτή τη γυναίκα. Όταν τελείωσε, τα χέρια της δεν ήταν πια παγωμένα, τα δικά του έκαιγαν, γι’αυτό και χέρια παραδόθηκαν σε χέρια και δεν παραξενεύτηκαν.»
Bach’s Cello Suite No. 6 -Courante + Sarabane (Rostropovich)
«Ήταν περασμένη  μία το πρωί όταν ο βιολοντσελίστας ρώτησε, Θέλετε να καλέσω ταξί να σας πάει στο ξενοδοχείο, κι η γυναίκα απάντησε, Όχι, θα μείνω μαζί σου, και πρόσφερε τα χείλη της. Μπήκαν στο δωμάτιο, γδύθηκαν και ό,τι ήταν γραφτό να συμβεί επιτέλους συνέβη, και ξανά, κι άλλη μια. Εκείνος κοιμήθηκε, εκείνη όχι. Τότε εκείνη, η θάνατος, σηκώθηκε, άνοιξε την τσάντα που είχε αφήσει στο άλλο δωμάτιο και έβγαλε τη μοβ επιστολή. Κοίταξε τριγύρω σαν να έψαχνε ένα σημείο  όπου θα μπορούσε να την αφήσει, πάνω στο πιάνο, ανάμεσα στις χορδές του βιολοντσέλου, ή ίσως στην κρεβατοκάμαρα, κάτω από το μαξιλάρι όπου αναπαυόταν το κεφάλι του άντρα. Δεν το έκανε. Πήγε στην κουζίνα, άναψε ένα σπίρτο, ένα ταπεινό  σπίρτο, εκείνη που θα μπορούσε να διαλύσει το χαρτί με μια ματιά, να το μεταμορφωσει σε μια άπιαστη σκόνη, εκείνη που θα μπορούσε να του βάλει φωτιά μόνο με το άγγιγμα των δακτύλων της, κι ήταν ένα σπίρτο απλό, ένα κοινό σπίρτο, ένα καθημερινό σπίρτο, που έκαψε την επιστολή της θανάτου, αυτή που μόνο η θάνατος μπορούσε να καταστρέψει. Δεν έμειναν στάχτες.» 
Bach’s Cello Suite No. 6 – Gavotte and Gigue (Rostropovich)
«Η θάνατος επέστρεψε στο κρεβάτι, αγκάλιασε τον άντρα και, χωρίς να καταλάβει τι συνέβαινε, αυτή που ποτέ δεν κοιμόταν, αισθάνθηκε τον ύπνο να της κλείνει απαλά τα βλέφαρα. Την επόμενη μέρα δεν πέθανε κανείς.»

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s