ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΠΙΑΝΩΝ

ΖΟΖΕ ΛΟΥΙΣ ΠΕΙΣΟΤΟ

 
 
Arthur Rubinstein – Chopin Waltz «L’Adieu» Op. 69 No. 1 in A Flat , Posth. www.youtube.comArthur Rubinstein – Chopin Waltz «L’Adieu» Op. 69 No. 1 in A Flat , Posth.

«Πήγα στο πιάνο. Μονάχος, ακούμπησα το χέρι πάνω στο βερνίκι του πιάνου κι ήταν σα να κουβεντιάζαμε, σαν να’μασταν συνομήλικοι και να κοιτούσαμε τον κόσμο από μακριά. Άνοιξα το πιάνο και, με τα εργαλεία στα χέρια μου, ήταν σαν να κούρδιζα το μηχανισμό του πρωινού, σαν να τον καταλάβαινα και να μπορούσα να τον επιδιορθώσω. Αδιάφορο, το πρωινό συνέχισε να περνά, κι όταν μπήκε η κυρία κρατώντας τον χορδιστή απ’το μπράτσο, παραλίγο να πιστέψω πως δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ……………Όταν μείναμε μόνοι, ο χορδιστής τυφλός εκ γενετής: ένα  τυφλό μωρό: με ρώτησε: τι έχεις; Απάντησα: τίποτα, Και κατάφερα να τον ξεγελάσω μόνο και μόνο γιατί εκείνη τη στιγμή μπήκε στη σάλα εκείνη. Εγώ ήμουν που είπα στο χορδιστή: είναι η εγγονή της κυρίας. Γυρνώντας το κεφάλι προς μια οποιαδήποτε κατεύθυνση, ο χορδιστής χαμογέλασε με ευγένεια. Άρχισε τότε να χτυπά κάθε ένα πλήκτρο και να σφίγγει τις χορδές του πιάνου. Εκείνη είχε κρεμάσει το σαγόνι της πάνω στο λαιμό, αλλά σήκωνε τα μάτια για να με δει. Εγώ είχα το βλέμμα ακίνητο στο εσωτερικό των ματιών της. Η απόσταση τριών βημάτων ανάμεσα στα σώματα μας δε μας χώριζε. Εκείνη κι εγώ δεν ανασαίναμε. Σε κάθε νότα ο χορδιστής ένιωθε στις άκρες των δακτύλων τις χορδές να δονούνται. Όλος ο μηχανισμός: ελατήρια, αλυσίδες, μοχλοί: να μην υπάρχει ανάμεσα στα δύο άκρα του : το πλήκτρο και τη χορδή: ο ήχος.» 

Rubinstein chopin ballade No.1 Op 23 G minor

«Οι νότες υψώνονταν σαν κολόνες κατά μήκος ολόκληρης της σάλας. Και οι εύθραυστες στιγμές, όταν ο χορδιστής έπιανε με το μικρό ασημένιο του κλειδί κι έσφιγγε ή τέντωνε τις χορδές: η άκρη του ασημένιου κλειδιού: τζάμια σπασμένα στο άγγιγμα του ανέμου: κι οι χορδές να επιμηκύνονται: βουβοί αναστεναγμοί να διασχίζουν τον αέρα όπως ένα φύσημα αύρας. Στα κοινά μας βλέμματα περνούσε μια άλλη εποχή, και άλλη εποχή διαπερνούσαν οι νότες κι η σιωπή. Ο χορδιστής φύλαξε το ασημένιο κλειδί στην τσέπη του πανωφοριού του, παραμέρισε και

μη μ’αφήνεις
είπε: ορίστε. Τα πόδια της, ανεξάρτητα απ’το σώμα, την ελάφρυναν και, χωρίς ν’ακουμπήσουν το πάτωμα, την οδήγησαν στο πιάνο. Τη στιγμή εκείνη δεν μπορούσα να δω τίποτε άλλο. Κάθισε στο σκαμνί. Απομάκρυνε τα μαλλιά από τους ώμους τινάζοντάς τα πίσω στην πλάτη. Για μια στιγμή έγινε απόλυτη σιωπή. Σήκωσε το χλωμό της πρόσωπο προς το μέρος μου και τα δάχτυλα της άγγιξαν τα πλήκτρα. Χαμογελούσε.» 
Zimerman plays Chopin Ballade No. 3

«Κάτω απ’τη μουσική ο αέρας της σάλας τεμνόταν από αόρατες ευθείες: μια κατασκευή φωτός. Οι νότες αυτές ήταν το σώμα της. Ήταν σημεία στο δέρμα της που υπήρχαν για μια στιγμή μονάχα, που παρέμεναν στη μνήμη μέχρι να διαλυθούν και να μεταμορφωθούν σε αέρα, σε ζωντανή ζωή. Ούτε όταν ο πατέρας μου έκλεινε όλα τα παράθυρα του εργαστηρίου κια καθόταν να παίξει στα πιάνα που είχε μόλις επιδιορθώσει, ούτε καν στα όνειρα μου, δεν είχα ακούσει τέτοια μουσική. Ήταν λες και τα αόρατα σχήματα των ήχων εκείνων να έμπαιναν στους αρμούς όλων των επίπλων, αντικειμένων, σωμάτων, ήταν σα να έμπαιναν στους αρμούς του σπιτιού ολόκληρου και να διαιρούσαν κάθε μορφή ξεκάθαρα σε όλα τα στοιχεία της. Ήταν λες και γέμιζε ο αέρας όλου του κόσμου με σημεία που αναβόσβηναν και για στιγμές έδειχναν τα μυστικά σχήματα του αέρα. Τα μάτια της δεν σταματούσαν να με κοιτούν. Το αδύνατο κορμί της ταλαντευόταν στο σκαμνί, πλησίαζε και απομακρυνόταν απ’το κλαβιέ. Οι κινήσεις των χεριών της»

Rachmaninoff plays Chopin Nocturne Op. 15 No. 2
«ήταν ακριβείς και κομψές, σαν πουλιά που κουρνιάζουν στη λίμνη του κήπου: οι καρποί της λεπτοί, λείοι, λευκοί, πορσελάνινοι. Και το πρόσωπο της: το εσωτερικό των ματιών της: ήταν ένας ουρανός όπου υπήρχαν καινούργια νοήματα: μια καινούργια ζωή, φτιαγμένη στα χέρια της, παραπάνω κι από αέναη: και μπορούσα να πιστέψω στα πάντα, γιατί μόνο βεβαιότητες υπήρχαν στην ένταση των ματιών της και της μουσικής που με διαπερνούσε. Σε μια γωνιά, προσπαθώντας να μη στηρίζεται πουθενά, ο χορδιστής δεν είχε πρόσωπο. Η μουσική του πιάνου είχε μεταμορφώσει το ρυτιδιασμένο του δέρμα, τα σκασμένα του χείλη, τα τυφλά του μάτια σε μία και μόνη κηλίδα. Ο χορδιστής δεν υπήρχε. Εγώ και εκείνη κοιταζόμασταν κι εκείνο που νιώθαμε γέμιζε τη σάλα και θα μπορούσε να γεμίσει τον κόσμο. Όταν απέστρεψε το πρόσωπο της ένιωσα χαμένος, μέχρι τη στιγμή που, κοιτάζοντας πάνω απ’τον ώμο μου, συνάντησα το χαμόγελο της κυρίας, που είχε μόλις μπει.»
Sviatoslav Richter plays Chopin Nocturne E Minor, Op. 72, #1

[…..] «Αργά φέγγισε σ’ολόκληρο το νεκροταφείο πιάνων. Το φως γλίστρησε πάνω στις σκονεισμένες επιφάνειες. Η βρομιά στους τοίχους δεν φαινόταν καλά και το βάρος της χαμηλής οροφής ήταν πιο αληθινό, γιατί υπήρχαν πιάνα όλων των ειδών που υψώνονταν, στέρεα και στοιβαγμένα, σχεδόν μέχρι την οροφή. Στηριγμένα στους τοίχους υπήρχαν όρθια πιάνα, το ένα πάνω στο άλλο: με τη σειρά που τα είχε ισορροπήσει ο πατέρας μου, ή ο πατέρας του πριν από κείνον.» 

Scriabin Etude Op.2 No.1 (Horowitz)
«Στο κέντρο υψώνονταν τείχη από πιάνα, το ένα πάνω στο άλλο. Το φως διέσχιζε τα μεταξύ τους κενά, και κάτω απ’την πόρτα ακόμη διέκρινε κανείς το λαβύρινθο των διαδρόμων που είχαν καμουφλάρει. Και πάνω σ’ενα πιάνο με ουρά υπήρχε άλλο πιάνο με ουρά, πιο μικρό και χωρίς πόδια˙πάνω σ’ εκείνο βρισκόταν ένα όρθιο πιάνο ξαπλωμένο˙και πάνω σ’αυτό βρισκόταν ένας σωρός από πλήκτρα. Δίπλα, χωρισμένα από μια χαραμάδα που τη διέσχιζε το φως, δύο όρθια πιάνα, στο ίδιο ύψος, στηριγμένα το ένα πάνω στο άλλο, συγκρατούσαν ένα όρθιο πιάνο πιο στέρεο, που στην κορυφή του βαστούσε ένα μικρό έπιπλο πιάνο. Υπήρχαν πιάνα βαλμένα το ένα μέσα στο άλλο σε όλα τα πιθανά σχήματα. Στα κενά όπου δεν ταίριαζαν εντελώς το φως διαπερνούσε παρατημένους ιστούς αράχνης που συγκρατούσαν σταγόνες νερού, σαν λαμπερά στρασάκια. Ο δροσερός αέρας του νεκροταφείου πιάνων έμπιανε στα πνευμόνια κι έφερνε το υγρό άγγιγμα της παχύρευστης σκόνης που ήταν το μόνο χρώμα: η μυρωδιά μιας εποχής που όλοι ήθελαν να ξεχάσουν, εξακολουθούσε όμως να υπάρχει»
 
Alexander Scriabin plays «Deux Morceaux», Op. 57

«……………Μονάχος, νιώθοντας όλα τα άτακτα πιάνα να με παρακολουθούν, προχωρούσα. Έκανα το γύρο ενός όρθιου πιάνου και στο βάθος του νέου αυτού διαδρόμου είδα τον θείο μου με τα χέρια του μέσα σ’ενα πιάνο με ουρά και έσπευσα προς το μέρος του. Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, ακούμπησε την παλάμη του στον ώμο μου, μου παρουσίασε το μηχανισμό του πιάνου με το άλλο χέρι και είπε πως σ’αυτό το πιάνο θα ανέτρεχα για να βρω κομμάτια. Τον κοίταξα δύσπιστος, συνάντησα όμως τόση πεποίθηση που τη στιγμή εκείνη μου έφυγε κάθε αμφιβολία πως θα κατορθώναμε να επισκευάσουμε το πιάνο…………..Όταν ολοκλήρωνε την επιδιόρθωση ενός πιάνου, μονάχος, χωρίς να ξέρει νότα, ο πατέρας μου έκλεινε το εργαστήριο όλο κι έπαιζε στη μέση του ξυλουργείου μουσικές που ήξερε και μουσικές που σκάρωνε. Ίσως ήθελε να είχε γίνει πιανίστας, αλλά και προτού ακόμη παραιτηθεί απ’όλα του τα όνειρα, δεν είχε ποτέ επιτρέψει στον εαυτό του όνειρα τόσο μεγάλα. Ο θείος μου στύλωσε το αριστερό του μάτι πάνω μου για να σιγουρευτεί ότι ποτέ δεν θα ξεχνούσα και είπε:

“Ο πατέρας σου, όταν μιλούσε ή σκεφτόταν τα πιάνα, είχε μέσα του στρόβιλους μουσικής”.
Sviatoslav Richter plays Scriabin

[…….] «Νωρίς το μεσημέρι του Σαββάτου κοιταχτήκαμε με ντροπαλή ικανοποίηση, όταν καταλάβαμε ότι το πιάνο ήταν έτοιμο. Το πρωί ο θείος μου βγήκε για να πάει να φέρει τον χορδιστή. Ήρθε κρατώντας τον απ’ το μπράτσο. Ο χορδιστής ήταν τυφλός. Έστρεφε το κεφάλι του προς τα πάνω ή προς σημεία όπου δεν συνέβαινε τίποτα….Είχε χέρια λεία. Μιλούσε λίγο. Περάσαμε ώρες ταιριάζοντας νότες σε κάθε πλήκτρο. Ο χορδιστής έσφιγγε τις χορδές μ’ένα ασημένιο κλειδί που κρατούσε, σταθερά και προσεκτικά, ανάμεσα στα δάκτυλα του. Και οι ήχοι αγνοί: καθάριοι στη σιωπή: σχεδιασμένοι στον αέρα, να κοντοσκέκονται σύντομοι, να αντηχούν στη μνήμη και ν’αφήνουν άλλη σιωπή: άλλη σιωπή: άλλη σιωπή διαφορετική. 

Όταν στο τέλος ακούστηκε μια λέξη, ο ίδιος ο θείος μου ζήτησε να πάω να ειδοποιήσω τον Ιταλό. Του χαμογέλασα, ένευσα το κεφάλι καταφατικά και δεν κατάφερα να πω τίποτα, γιατί μέσα μου είχα έναν άπειρο ανεμοστρόβιλο άπειρης μουσικής.»
Gould – Scriabin Sonata no. 5, Op. 53 (complete)
http://youtu.be/HT2FXqUJLls

Οι φωτογραφίες των πιάνων προέρχονται από το εξαιρετικό άρθρο των New York Times που μπορείτε να διαβάσετε στο σύνδεσμο:      http://www.nytimes.com/slideshow/2012/07/29/arts/music/077292012PIANOS.html
Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s